ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Η Ψουψούλα ζει μέσα μου χρόνια.
Μα τι παράδοξο.
Ζει και μέσα στον καθένα μας.
Και παρέα της ζει κι ο Ψ. .
Θέλουν – δε θέλουν, το παιχνίδι είναι για δύο.
Και κάποτε πρέπει να τα βρουν.
Αν δεν αλληλοφαγωθούν.
Μέχρι τότε, εκείνη θα καθαρίζει μανιωδώς.
Θα θυμάται τις παλιές φωνές που τη στοιχειώνουν.
Θα γλεντάει με τις αστείες μέρες.
Και θα κάνει ότι δε βλέπει τις δύσκολες.
Μια στρουθοκάμηλος με τα όλα της.
Κι εκείνος περιμένει.
Υπομένει.
Επιμένει.
Εμμένει.
Αλλά τελικά μένει;
Εκείνη ανακατεύει τα τακτοποιημένα.
Και τα τακτοποιεί ξανά.
Δεν αντέχει τα στραβά κάδρα.
Αλλά κάνει τα στραβά μάτια.
Μόνη της αποστολή: εξαφανίζει λεκέδες, πνίγοντας τον εαυτό της αθόρυβα στη σαπουνάδα.
Και ο Ψ. ξεσκονίζει. Αλλά τα μέσα.
Ώσπου εμφανίζονται τα μήλα.
Και εξαφανίζονται τα όνειρα.
Τα όνειρα είναι χάρμα.
Αλλά αν τα φάει το κάρμα;
Το "Ψ" είναι παιδί της απελπισίας. Αλλά κοιτάζει προς το φως.
Και αυτή είναι, νομίζω, η αξία του. Ότι ισορροπεί μεταξύ ξεσκονόπανου και αστερόσκονης. Πάντα στην κόψη.
Άλκηστη Ηλιάδη
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΔΩΝ
Το τρυφερό και βίαιο ταξίδι προς τα μέσα δεν έχει επιστροφή. Είναι αστείο και πικρό. Σαν παραμύθι με χίλια πρόσωπα που ζουν μόνο γιατί τα θυμόμαστε.
Σκέψου πόσο επώδυνο είναι. Να γυρίσεις πίσω, να σταθείς πάνω από το τραύμα, να το αγκαλιάσεις, κομμάτι σου κι αυτό, στερημένο από το φως.
Δύσκολο.
Τότε, ας γίνει σαν παιχνίδι. Το παιχνίδι σαν μέσο για να ειπωθούν τα απλά, μα και για να κριθούν τα μεγάλα. Δίαυλος μυστικός προς το παρελθόν. Και στο τέρμα του, να στέκει ζωντανός ο μικρός σου εαυτός.
Αν όλα έχουν ειπωθεί, τι μένει να του πεις;
«Παί-ζουμε;
Κι απ’ το παιχνίδι, να βγούμε στο φως. Κι αν εγώ δε βγω, τουλάχιστον να είμαι μαζί σου.»
Κι έτσι, η φαντασία ανάβει τους φακούς. Κι εμείς στριμωγμένοι στο καταφύγιο της ντουλάπας, ταξιδεύουμε προς τα πίσω για να πάμε προς τα μπρος.
Κι αν δεν πάμε κι οι δυο;
Αμπεμπαμπλόμ. Ποιος θα κερδίσει;
Μην το σκέφτεσαι. Όσο κρατάει το ταξίδι, ας παίξουμε έστω μαζί.
Κι ανάμεσα στα παιχνίδια μας, τραγούδια. Νησίδα ασφαλείας. Μες το σκοτάδι του ταξιδιού, να βγάζεις το κεφάλι σου από τα σκούρα νερά για μία ελεύθερη αναπνοή. Θαύμα, όταν η ψυχή, απαλή, ανοίγεται, για να τρυπώσει το φως.
Δύο ηθοποιοί παίζουν με τις φωνές που κρύβουν μέσα τους. Κι εκείνοι κρύβονται στη ντουλάπα. Μέχρι να μπει το φως. Και να βγουν ξανά.
Μην περιμένεις κανέναν να σε βγάλει από τη ντουλάπα. Μίλα, κι άσ’ τα θαύματα να κάνουν φασαρία.
Άλκηστη Ηλιάδη - Νάγια Μητσάκου