ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΝΕΑ

Η επιστολή του Θωμά Μοσχόπουλου

Ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πόρτα περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα και εξηγεί γιατί φέτος το Πόρτα περιορίζει τις παραγωγές του
19.09.18

No more skimming please ή πώς και γιατί βλέπουμε (και κυρίως κάνουμε) θέατρο.

Προσοχή! Ακολουθεί μακροσκελέστατη επιστολή.

 

Πέρασε, λοιπόν, μια τετραετία από την επαναλειτουργία του ΠΟΡΤΑ, μετά το προσωρινό κλείσιμό του λόγω «κρίσης» και την αλλαγή στο μοντέλο λειτουργίας του. Αν αυτή η τετραετία μεταφραστεί σε αριθμούς  έχουμε: 12 παραστάσεις για ενηλίκους (σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο, στην πλειοψηφία τους άπαιχτα στην Ελλάδα έργα, εκ των οποίων τέσσερις πρωτότυπες διασκευές λογοτεχνικών αριστουργημάτων) πέντε για παιδικό, τέσσερις για βρέφη, τέσσερις παραστάσεις χοροθεάτρου, επτά θεατρο-παιδαγωγικές δράσεις, 57 (!) πρωτότυπα προγράμματα συναυλιών (13 μουσικά έργα σε παγκόσμια πρώτη, τρία σε πανελλήνια πρώτη) δύο όπερες και, τέλος, μια μεγάλη σειρά εκπαιδευτικών σεμιναρίων υποκριτικής και σκηνοθεσίας.

 

Οι παραγωγές υπήρξαν όλον αυτόν τον καιρό άλλοτε πολύ επιτυχημένες καλλιτεχνικά (ή/και εμπορικά) άλλοτε λιγότερο, υπήρξαν πάντως χωρίς εξαίρεση επιλογές για τις οποίες όλοι είμαστε περήφανοι. Ποιοι είμαστε αυτοί οι «όλοι»;  Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων εκ των οποίων άλλοι σταθερά, άλλοι ευκαιριακά στο ΠΟΡΤΑ, άνθρωποι με τον επαγγελματισμό τους, τον κόπο τους, (με την αυτοθυσία τους, συγκεκριμένα, οι περισσότεροι από αυτούς) άλλοι συνειδητά συμπορευόμενοι, άλλοι πάλι όχι, στήριξαν και συνδιαμόρφωσαν με την παρουσία τους (ή και με την απουσία τους ακόμη) αυτό που έχει γίνει σήμερα το ανανεωμένο ΠΟΡΤΑ. Το σημαντικότερο, όμως, ίσως μέρος αυτού του «όλοι» να είναι το κοινό. Το κοινό μας είναι αυτό που εμφανέστατα άλλαξε τα τελευταία χρόνια σε σχέση με το παρελθόν μας, το οποίο ανταποκρινόμενο στις προτάσεις μας, διαφοροποιήθηκε και σε αριθμό και σε σύσταση δημιουργώντας ομολογουμένως ένα «νέο πυρήνα». Ένα κοινό στο οποίο στηριχτήκαμε και με το οποίο ήρθαμε σε διάλογο ενισχύοντας, τελικά, την πεποίθησή μας ότι το θέατρο οφείλει να είναι ένας χώρος δημόσιος, ένας χώρος διαλόγου αλλά και πρόσκλησης σε σκέψη και ανταλλαγή, ένας χώρος όπου άνθρωποι κάθε ηλικίας αναζητούν ψυχαγωγία και παιδεία.  Διάλογος, φυσικά, δε σημαίνει ούτε ταύτιση απόψεων ούτε κατ’ ανάγκη συμφωνία ως τελικό αποτέλεσμα. Οπότε, ο σεβασμός μας στο κοινό που μας στηρίζει, μας υποχρεώνει να μην «καταλήγουμε» παγιώνοντας φόρμες και μοντέλα, αλλά μας ωθεί σε διαρκή ανανέωση, αναθεώρηση, αυτοκριτική, ενδοσκόπηση και ρεαλισμό, έτσι ώστε να συμπορευόμαστε με τις αλλαγές αναγκών στις οποίες υπόκειται η δραματικά μεταβαλλόμενη ελληνική και όχι μόνο κοινωνία. Δε μπορούμε να είμαστε οι ίδιοι με αυτό που ήμασταν πριν από μια τετραετία. Και δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση να ήμασταν θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε εκλογές, για να κριθούμε εξ αρχής. Ακολουθούν, λοιπόν, παρακάτω κάποιες σκέψεις που θα αποτελέσουν αφετηρία για την νέα πορεία που σκοπεύουμε να ακολουθήσουμε από εδώ και στο εξής.

 

Θα παραθέσω ως αρχή ένα μικρό απόσπασμα από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο που εντοπίσαμε πρόσφατα στον ψηφιακό Τύπο εξ αφορμής του θέματος «ανάγνωση» (και επανανάγνωση), που θα απασχολήσει το φετινό μας ρεπερτόριο. Η Μαριάν Βόλφ, καθηγήτρια στα Πανεπιστήμια Tufts και UCLA, υποστηρίζει πως ο ανθρώπινος νους έχει πλέον συνηθίσει να περνά στα γρήγορα, σχεδόν να διαβάζει… διαγώνια- που λέμε- ένα κείμενο, γεγονός που καθιστά αδύνατη την πλήρη κατανόησή του. Υπάρχει μάλιστα κι όρος γι’ αυτή τη διαδικασία: λέγεται skim reading, δηλαδή «διάβασμα στα γρήγορα» και όπως λέει η Βολφ τείνει να γίνει η νόρμα πλέον, ανεξαρτήτως ηλικίας.


Ο νευροεπιστήμονας Ζίμινγκ Λιου από το Πανεπιστήμιο του Σαν Χοσέ διεξήγαγε μια σειρά μελετών που δείχνουν ότι ο «νέος κανόνας» στο διάβασμα είναι ακριβώς αυτό το skimming, όπου ο αναγνώστης εντοπίζει συγκεκριμένες λέξεις μέσα σε ένα πυκνό κείμενο. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε πλέον τον χρόνο να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα, τα συναισθήματα και την ομορφιά ενός κειμένου. […] Η νέα αυτή διαδικασία δεν αλλάζει ριζικά μόνο το περιεχόμενο αυτού που διαβάζουμε, αλλά κυρίως τον λόγο για τον οποίο διαβάζουμε». [...] Και προκαλεί ατροφία της κριτικής ανάλυσης και της ενσυναίσθησης, που με την σειρά τους επηρεάζουν την ικανότητά μας να περιηγούμαστε μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχόμενης πληροφορίας. Κι αυτό είναι κάτι που στην πορεία θα προκαλέσει άλλα προβλήματα, όπως το να μας καταστήσει ευάλωτους σε ψευδείς πληροφορίες και δημαγωγία.»

 

Αν στο παραπάνω κείμενο αντικαθιστούσαμε την έννοια «ανάγνωση» με τη «θέαση θεατρικών παραστάσεων» ή ακόμα περισσότερο με το «επιλογή των θεατρικών παραστάσεων που θα ήθελα να δω σε μια σεζόν» δε θα καταλήγαμε σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα; Μήπως, τελικά, ασχολούμαστε με το θέατρο «διαγωνίως»; Άλλη μια παράθεση ακολουθεί, από τον Έριχ Φρόμ αυτή τη φορά:

 

«Η ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται σήμερα στο να «διασκεδάζει». Και το να διασκεδάζει, δε σημαίνει άλλο από το να έχει την ικανοποίησή του να καταναλώνει, να κάνει «δικά του» διάφορα εμπορεύματα, θεάματα, φαγητά, ποτά, τσιγάρα, ανθρώπους, διαλέξεις, βιβλία, κινηματογραφικές ταινίες. Όλα αυτά καταναλώνονται και καταβροχθίζονται. Ο κόσμος είναι ένα μεγάλο αντικείμενο για την όρεξή μας… ένα τεράστιο στήθος. Εμείς, απλώς, απομυζούμε, πάντοτε κάτι προσμένουμε, πάντοτε ελπίζουμε και πάντοτε στο τέλος απογοητευόμαστε… Και όλα αυτά- θα προσέθετα γεφυρώνοντας την εποχή του Φρομ με τη δική μας- κάνοντας scrolling και skimming.

 

Συχνά και ευθέως πλέον διατυπωμένες από μέλη του κοινού, δημοσιογράφων ή φίλων ακούμε φράσεις του τύπου «δεν προλαβαίνω να δω όσες παραστάσεις θα ήθελα να δω». Θεατρικοί οργανισμοί, καλλιτέχνες και media συνεχίζουμε, όμως, να βομβαρδίζουμε με προϊόν και πληροφορία τον θεατή χρησιμοποιώντας κάθε μέσο θεμιτό και αθέμιτο για να τραβήξουμε την προσοχή του, μέσα σ’ έναν ορυμαγδό παραστάσεων. «Πρόσεξέ μας! Υπάρχουμε! Διάλεξε εμάς! Μη μας προσπερνάς!»

 

Αυτό που κάποτε εμφανίστηκε στα θεατρικά πράγματα της Αθήνας ως αναγκαιότητα και κάλυψε ένα κενό ποικιλίας διαφορετικών καλλιτεχνικών φωνών και δημιουργικού πλουραλισμού, έχει καταλήξει να μοιάζει μια σπασμωδική- χωρίς σκέψη και πρόταση- συνήθεια, μια έξη εσωτερικής κατανάλωσης, που συνδέεται στενά με την ανάγκη να διατηρήσουν τη φωνή τους καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν και ωρίμασαν (;) κατά τα χρόνια του θεατρικού πληθωρισμού. Γνωστά παράλληλα φαινόμενα οι δραματικές σχολές που, για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους, «υπόσχονται» ανύπαρκτη θεατρική παιδεία χωρίς πραγματικά κριτήρια και αξιώσεις, οι θεατρικές «ομάδες» ευκαιριακού χαρακτήρα κ.λπ. κ.λπ… Όλα διαστρεβλώσεις νόμων «ελεύθερης αγοράς» συνδυασμένες άρρηκτα με την πάλαι ποτέ άνθηση της τηλεοπτικής αγοράς που ζητούσε «νέα άφθαρτα πρόσωπα», ενώ συνεχίζουν να δημιουργούνται νέες θέσεις ανέργων ηθοποιών, οι οποίοι θα δημιουργήσουν πιθανότατα τη θνησιγενή θεατρική ομάδα τους κάποια στιγμή, πελαγοδρομώντας, ψάχνοντας μια ακτή να αράξουν με ασφάλεια.

 

Κανείς μας δε δείχνει να έχει διάθεση να αντιτεθεί σε όλον αυτόν το φαύλο κύκλο και όλο και φορτώνουμε τη βάρκα με επιβάτες. Απελπισμένους και πανικόβλητους. Κι εγώ προσωπικά βρέθηκα να είμαι ακριβώς στο κέντρο αυτού του θεατρικού κόσμου που το «κάνω περισσότερα» σήμαινε «καταξίωση». Ενός κόσμου που υπαινισσόταν πως  ένας καλλιτέχνης που μπορείς να δεις το έργο του σε πολλές παραστάσεις την ίδια σεζόν είναι ένας καλλιτέχνης που «τον θέλουν», όχι ένας αμήχανος ή πλεονέκτης καλλιτέχνης που διασπά το κοινό· ένα θέατρο που κάνει πολλές παραγωγές είναι ένα «καλό» «δημοκρατικό» θέατρο που «προτείνει πολυφωνία» κι όχι ένα θέατρο που είναι αμήχανο απέναντι στην ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρόταση της οποίας και παίρνει την ευθύνη. 

 

Ναι, και εγώ προσωπικά τα έκανα όλα αυτά στο παρελθόν και τα υποστήριξα. Άλλοτε επειδή πίστευα δικαίως ή αδίκως ότι ενδυναμώνουν μια ουσιαστική πολυφωνία και άλλοτε γιατί μια τέτοια επιλογή διασκέδαζε κάποιες ανασφάλειες του τύπου «αν δε μου πετύχει το ένα θα μου βγει το άλλο». Τη συγκεκριμένη όμως στιγμή και με απόλυτη συναίσθηση της αβεβαιότητας έκβασης των αποφάσεων μου γνωρίζω πως δε μπορώ να συνεχίσω προς αυτό το αδιέξοδο. Νομίζω ότι η διάσπαση δυνάμεων προσωπικών και κοινωνικών είναι βαθιά επιζήμια για όλους τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Έχω ανάγκη την συγκέντρωση και την αφοσίωση, κι αν αυτό δεν αποτελεί άλλο από μια απόλυτα προσωπική ανάγκη χωρίς εξωτερικό αντίκρισμα, είμαι έτοιμος να πληρώσω τις όποιες συνέπειες. Δε θα ήθελα πλέον ένα θέατρο με το οποίο ταυτίζω το όνομά μου να «σαστίζει» πλέον τον κόσμο με υπερβολική πληροφορία και να γεμίζει την αγορά παραγωγές αστόχαστα. (Ποιος εμπιστεύεται σε ένα εστιατόριο έναν κατάλογο με άπειρες επιλογές; Κάποιο απ’ όλα τα πιάτα δεν θα είναι και τόσο φρέσκο).

 

Άλλωστε, υπάρχουν πολλά θέατρα που και αποτελεσματικότερα μπορούν να είναι σε μια πλουραλιστική παραγωγή και οφείλουν να διατηρήσουν την πολυφωνία. Θέατρα με υποδομές που αντέχουν παρόμοιες δραστηριότητες, θέατρα που από την ίδρυσή τους αυτό έχουν ως προορισμό, όπως τα κρατικά ή δημοτικά θέατρα, θέατρα με πολλές σκηνές που η ταυτότητά τους συνδέεται στενά με την πολυσυλλεκτικότητα.         

 

Αυτό δε σημαίνει πως το ΠΟΡΤΑ θα γίνει ένας προσωποπαγής χώρος στην επόμενή του φάση. Απλώς, ευελπιστούμε να γίνει πιο προσωπικό. Θα είμαστε πάντα ανοιχτοί σε ενδιαφέρουσες προτάσεις καλλιτεχνών. Απλώς, κριτήριό μας θα γίνει η αύξηση όχι της ποσότητας αλλά της ποιότητας των επιλογών (σύμφωνα με προσωπικά κριτήρια αναπόφευκτα). Άλλωστε, είναι ήδη παρήγορο το φαινόμενο του να βλέπουμε να υιοθετούνται αμεσότατα πολλές από τις προτάσεις μας της προηγούμενης τετραετίας, από φορείς που μπορούν -και εν τέλει εξ αντικειμένου τους οφείλουν- να τις στηρίξουν. Είναι μεγάλη επιβεβαίωση να βλέπεις ότι κάτι που εισάγεις βρίσκει άξιους μιμητές.  

Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρήθηκε ως αποτέλεσμα της οικονομικής ένδειας της θεατρικής κι όχι μόνο Ελλάδας– κάτι που αναγκαστήκαμε να υποστούμε και δυστυχώς να επιβάλλουμε προσωρινά και εμείς στο ΠΟΡΤΑ– ήταν φαινόμενα όπως η εμβάθυνση στην arte povera. Παραστάσεις σε άδειες σκηνές με ελάχιστα μέσα, χωρίς κοστούμια ενίοτε, όλα αυτά από ανάγκη, που ως ενός σημείου ίσως ακόνισαν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα όλων μας.

Υπάρχουν, όμως, και τα φαινόμενα της ελάχιστα πληρωμένης εργασίας. Είναι κοινός τόπος πλέον στο ελληνικό θέατρο η «απλήρωτη πρόβα» και οι αμοιβές των συντελεστών «με ποσοστά». Ενώ κι εμείς σ’ αυτήν τη λύση αναγκαστήκαμε, αρχικά, να στραφούμε, δεν πάψαμε να επιζητούμε λύση σ’ αυτό το άδικο και επιζήμιο για την καλλιτεχνική ποιότητα και αξιοπρέπεια φαινόμενο. Ευτυχώς μέσα από συνεργασίες και συμπαραγωγές με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης και το Φεστιβάλ Αθηνών αφενός, και την επιχορήγηση αφετέρου από το Υπουργείο Πολιτισμού που έλαβε η περσινή μας παράσταση «Καντίντ», μπορέσαμε να δώσουμε μια αρχική λύση σ’ αυτό το ζήτημα πληρώνοντας τους ηθοποιούς των παραστάσεων μας με σταθερούς μισθούς και καλύπτοντας και τις πρόβες τους.

 

Αυτό αξιώνουμε να είναι και το μέλλον μας: προσεγμένες παραγωγές χωρίς εκπτώσεις και χωρίς απουσία επαγγελματισμού σε κάθε επίπεδο. Θέλουμε ένα θέατρο στο οποίο η αξιοκρατία, η ευγένεια, η διαφάνεια και η αξιοπρέπεια να συμβαδίζουν με την καλλιτεχνική αξιοπιστία. Σε αυτή την καινούρια φάση του ΠΟΡΤΑ, λοιπόν, λέμε να συγκεντρωθούμε στα λίγα και (ελπίζουμε) καλύτερα.             

         

Για κάτι που δικαίως μάλλον–καθώς είναι και ιστορικά τεκμηριωμένο- μπορεί να υπερηφανεύεται το ΠΟΡΤΑ είναι η συμβολή του στην θεατρική παιδεία της χώρας. Πολύ συχνά συναντούμε πλέον καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργαζόμαστε καθώς και μέλη του κοινού -ανάμεσά τους γονείς που φέρουν τα μικρά παιδιά τους- που μας λένε: «Στο Θέατρο Πόρτα πρωτοείδα θέατρο». Συνεχίζουμε, λοιπόν, να δίνουμε έμφαση στον «παιδευτικό» χαρακτήρα μας, αφ’ ενός διατηρώντας αμείωτη την προσοχή μας στο «προϊόν» που διαθέτουμε στο παιδικό μας κοινό αλλά όχι μόνο. Όπως πάντοτε οι παραστάσεις μας για παιδιά μπορούσαν να ενδιαφέρουν εξίσου και το ενήλικο κοινό, αναλόγως η φετινή μας πολύ «ενήλικη» πρόταση είναι απολύτως κατάλληλη και για νέους που φοιτούν στη μέση Εκπαίδευση. Άλλωστε η «έννοια» του εφηβικού θεάτρου (που ας θυμίσουμε, ότι ήμασταν και σ’ αυτό πρωτοπόροι με τις πρώτες παραστάσεις του είδους αυτού στη χώρα μας πολλά χρόνια πριν) μας προβληματίζει στο κατά  πόσο λειτουργεί. Πιστεύουμε πως οι έφηβοι διεκδικούν δικαίως θέση στα θεάματα ενηλίκων και δε χρειάζονται «ειδικές» παραστάσεις. Τολμηρούς εκπαιδευτικούς και γονείς χρειάζονται που θα τους παροτρύνουν να γνωρίσουν το θέατρο. To Φαρενάιτ 451 πάντως -που ανεβάζουμε φέτος στο ΠΟΡΤΑ μετά την πολύ επιτυχημένη του παρουσίαση στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών- αποτελεί ένα έργο στο οποίο θα οφείλαμε, μπορεί να υποστηρίξει κανείς, να προσκαλέσουμε ένα πολύ νεότερο και προς διαμόρφωση κοινό και μόνο λόγω θέματος.

Η επιπλέον συμβολή στη «θεατρική παιδεία» που προτείνουμε φέτος είναι ένας κύκλος μαθημάτων για ηθοποιούς, ένα εργαστήριο πάνω στο αρχαίο δράμα που θα επικεντρώνεται στην μελέτη και συστηματική εκπαίδευση ερμηνευτών πάνω στη σημασία και τις ειδικές απαιτήσεις που έχει ο Χορός στην Αρχαία Τραγωδία. Η προσπάθεια αυτή θα στελεχωθεί από μία ομάδα συντελεστών με ενδελεχή ενασχόληση στο είδος ανάμεσα στους σταθερούς συνεργάτες του ΠΟΡΤΑ. Μετά την πολύ επιτυχημένη και με πολυάριθμους συμμετέχοντες (εκ των οποίων πολύ σημαντικός αριθμός στελέχωσε τις παραστάσεις μας) σειρά εαρινών σεμιναρίων, θεωρήσαμε ότι έχει νόημα μια μεγαλύτερη συστηματοποίηση της δουλειάς μας, που θα γίνεται λαμβάνοντας και μια δυναμική εξέλιξης στο χρόνο. Τα μαθήματα θα γίνονται σταθερά δυο μέρες την εβδομάδα από μέσα Νοεμβρίου έως την άνοιξη. Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.

 

Ευχαριστούμε όλους σας για την προσοχή και την εμπιστοσύνη σας, την τετραετία που πέρασε. Ευχόμαστε να σας δικαιώσουμε και με τη συνέχειά μας.

 

 

Εκ μέρους του ΠΟΡΤΑ

Θωμάς Μοσχόπουλος

Θέατρο Πόρτα