Μια παραγωγή της καλλιτεχνικής εταιρείας Αργώ.
Η παράσταση επιχορηγήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού.
Προσφορά προπώλησης: €10
«Η Σκιά του Μαρτ»
Σκηνοθετικό Σημείωμα
Υπήρξαν—και ακόμη υπάρχουν—στιγμές στην παγκόσμια ιστορία, αλλά και στις ανθρώπινες κοινωνίες διαχρονικά, οπού η ουδετερότητα και η σιωπή ερμηνεύονται ως συνενοχή. Και είναι σε αυτές τις στιγμές που η κοινωνία καταφεύγει στην αναζήτηση ηρώων. Κι εδώ είναι που αναρωτιέται κανείς το πως αναδεικνύεται ο ήρωας, τι ποιότητες έχει και τι τον κάνει ήρωα. Παράλληλα φαίνεται επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ενός «αντιήρωα». Δεν διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον ήρωα. Γνωρίσματά του δεν είναι το θάρρος, η ανδρεία και η αποφασιστικότητα παρά η δειλία, η ατολμία και η αδυναμία ανάληψης δράσης. Ωστόσο, την κρίσιμη στιγμή της δικής του προσωπικής μάχης, βρίσκει την τόλμη να υπερασπιστεί την ανάγκη της ύπαρξής του και να απελευθερωθεί από τα δεσμά του.
Ο ήρωας, αλλά και ο αντιήρωας, έχουν κατά κάποιον τρόπο την ίδια υπαρξιακή αγωνία. Είναι η ίδια αγωνία που γίνεται κινητήριος δύναμη και τους συμπαρασύρει στην δίνη των γεγονότων. Όπως ο ήρωας—αλλά και ο αντιήρωας—παίζουν και στοιχηματίζουν με τον θάνατο, έτσι κι ο ίδιος ο Ντάγκερμαν φλερτάρει με τον θάνατο στα έργα του. Χωρίς να αναζητά τον ίδιο τον θάνατο, αλλά περισσότερο αναζητώντας μια δραματική κορύφωση. Και είναι ακριβώς σε εκείνη την κορύφωση όπου το παιχνίδι με τον θάνατο σταματά, οι αμαρτίες συγχωρούνται και παύουν να υπάρχουν οι ενοχές.
Μέσα από το έργο του «Η Σκιά του Μαρτ», ο Ντάγκερμαν στηλιτεύει την σιωπηρή παραίτηση και συγκατάβαση του ατόμου. Ωστόσο, παράλληλα αμφισβητεί την ανάγκη για διαρκή αναζήτηση ηρώων. Το πεδίο της μάχης μεταφέρεται από το μέτωπο μέσα σε μια οικία αστικής τάξης, οπού τα αντίπαλα στρατόπεδα δεν είναι άλλα από τα ίδια της τα μέλη. Η σύρραξη ξεκινά και η λεκτική βία παίρνει την θέση των όπλων και των πολυβόλων. Οι μάχες είναι οι ίδιες πράξεις του έργου και η ανατροπή μοιάζει αναπόφευκτη. Και το ερώτημα παραμένει. Υπάρχει άραγε μάχη χωρίς ήρωες ή υπάρχουν ήρωες χωρίς μάχη;
Χρύσα Καψούλη