Ο αέρας της Ελλάδας

Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μουσικοθεατρικό 2021
watchlist
-
- χρήστες
-
βαθμολόγησε

Κεφαλονιά, Δεκέμβριος 1823. Ο Λόρδος Μπάιρον απολαμβάνει το γαλήνιο τοπίο του ελληνικού νησιού γράφοντας στο ημερολόγιό του. Έχει έρθει να υποστηρίξει την Ελληνική Επανάσταση, ωστόσο οι σκέψεις του στρέφονται προς την αγαπημένη του ετεροθαλή αδελφή Αυγούστα και την κόρη του Άντα, καμιά από τις οποίες δεν έχει δει αφότου εγκατέλειψε την Αγγλία πριν επτά χρόνια. Σύντομα, βρίσκουμε τον Μπάιρον στο κρεβάτι της αρρώστιας στο Μεσολόγγι, τον Απρίλιο του 1824, με συντροφιά τον Ιταλό υπηρέτη του Τίτα. Στο πλευρό του επίσης βρίσκεται ο δεκαπεντάχρονος Έλληνας ακόλουθός του Λουκάς, τον οποίο ο Μπάιρον έχει ερωτευτεί απελπισμένα. Ο ποιητής είναι αγανακτισμένος με τη διχόνοια στις τάξεις των επαναστατών, που καταβάλλει την Εθνεγερσία. Ονειρεύεται να ενοποιήσει τις ελληνικές φατρίες, όσο κι αν οι εκπρόσωποί τους φαίνεται να έλκονται κυρίως από τα χρήματά του. Παρά την απογοήτευσή του και ένα ισχυρό επιληπτικό επεισόδιο που τον εξασθενεί, η απόφαση του Μπάιρον να βοηθήσει τον ελληνικό Αγώνα παραμένει ακλόνητη. Εμπνευσμένος από τον ανεκπλήρωτό του έρωτα για τον Λουκά, διηγείται στο αγόρι την ιστορία της Τερέζας, της «κόρης των Αθηνών» που ερωτεύτηκε στη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στην Ελλάδα πριν από χρόνια. Ο ποιητής, εξαντλημένος από την αρρώστια και τη συναισθηματική διέγερση, αποκοιμιέται και στη διάρκεια του ανήσυχου ύπνου του ονειρεύεται προκαταβολικά τη «μεταθανάτια ζωή» και περιπλάνηση της σορού του, που γίνεται αντικείμενο διαμαχών. Θα του αρνηθούν την ταφή στο Αββαείο του Ουέστμινστερ εξαιτίας της «αμφίβολης ηθικής» του. Εντέλει θα ταφεί στον οικογενειακό τάφο των Μπάιρον, κοντά στο Αββαείο του Νιούστεντ, όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα απαγγείλει πανηγυρικό λόγο για τον ποιητή το 1931. Ο Μπάιρον ξυπνά από το όνειρο και απαγγέλλει ανακουφισμένος ένα από τα παλιά του ποιήματα. Οι αφαιμάξεις επιβαρύνουν την υγεία του. Παραληρεί, απειλεί να αυτοκτονήσει και οραματίζεται μια ακόμη μεταθανάτια τιμητική σκηνή βασισμένη στην «Ωδή στη Βρετανική Μούσα» του Ανδρέα Κάλβου, καθώς και έναν πολεμικό χορό των Σουλιωτών. Μέσα στον πυρετό του, σχεδόν μπερδεύει τον νεαρό Λουκά με την αδελφή του Αυγούστα. Βυθισμένος σε τρυφερές σκέψεις, ο ποιητής πεθαίνει. Οι Έλληνες εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους στον μεγάλο άνδρα.

Το αφιέρωμα της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στον Λόρδο Μπάιρον ολοκληρώνεται με την παρουσίαση του νέου μουσικοθεατρικού έργου Ο αέρας της Ελλάδας του πολυβραβευμένου Ελληνοαμερικανού συνθέτη Γιώργου Τσοντάκη, τον οποίο το περιοδικό Gramophone αποκάλεσε πρόσφατα «γίγαντα της αμερικανικής μουσικής σκηνής». Το έργο, ένα πολυσχιδές ποιητικό πορτρέτο του αστέρα της ποίησης του 19ου αιώνα και ήρωα της ελληνικής Εθνεγερσίας, έρχεται σε πρώτη παρουσίαση στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στις 17 και 18 Δεκεμβρίου 2021, στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Γνωστός για τη ρητορική και επικοινωνιακή δύναμη της μουσικής του, ο Γιώργος Τσοντάκης επιχειρεί να θέσει επί σκηνής τις τελευταίες ημέρες του Λόρδου Μπάιρον στην Ελλάδα. Τοποθετεί τη «σκηνή» του έργου του στη νεκρική κλίνη του Μπάιρον και επιχειρεί να αποδώσει την υποκειμενικότητα του ετοιμοθάνατου ποιητή διαμέσου μιας μουσικοκειμενικής σύνθεσης αυθεντικών ιστορικών τεκμηρίων και αποσπασμάτων από το ποιητικό του έργο.

Ο διττός ρόλος του Μπάιρον (που αποδίδεται από ηθοποιό και τενόρο) συνοδεύεται από εξαμελές φωνητικό σύνολο που συνδυάζει τις λειτουργίες του μαδριγαλικού και τραγικού χορού, αντιπαραθέτοντας την ανάμνηση της περιπαθούς και αριστοκρατικής νεότητας του ποιητή στις χαώδεις πολεμικές συνθήκες που συνάντησε στην επαναστατημένη Ελλάδα και υπογραμμίζοντας έτσι την υπερβατική διάσταση της καταληκτικής, υπέρτατα ρομαντικής του αυτοθυσίας στον βωμό του ιδεώδους.

Το μουσικοθεατρικό έργο Ο αέρας της Ελλάδας, ανάθεση της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, δεν φιλοδοξεί τίποτε λιγότερο από την ανασύνθεση της ελληνικής περιπέτειας του ποιητή. O Λόρδος Μπάιρον καταφθάνει στο Μεσολόγγι τον Ιανουάριο του 1824, για να πεθάνει τρεις μήνες αργότερα σε ηλικία 36 ετών, μετά από μια έντονη περίοδο γενναίας αλλά και συγκεχυμένης εμπλοκής με την ελληνική Εθνεγερσία, διαπραγμάτευσης της επέλασης της μέσης ηλικίας και της συνείδησης του επερχόμενου τέλους, οραματικής επιθυμίας για ηρωική δράση αλλά και παράφορου, ανεκπλήρωτου πάθους για τον δεκαπεντάχρονο Πατρινό πολεμιστή Λουκά Χαλανδριτσάνο.

O Γιώργος Τσοντάκης, ο οποίος συνυπογράφει και την κειμενική σύνθεση του έργου με τη δραματολόγο Έλσα Ανδριανού, απεικονίζει στο Ο αέρας της Ελλάδας την αμεσότητα όσων μπορεί να αισθανόταν ο λόρδος και πιθανόν να απασχολούσαν το μυαλό του εκείνες τις τελευταίες εβδομάδες και μέρες, πέρα, βέβαια, από τη χαμένη μάχη του με τη μοιραία ασθένεια. Στο έργο, υπάρχουν δύο ενσαρκώσεις του Μπάιρον: ο σύγχρονος Μπάιρον, που μαραζώνει στο Μεσολόγγι από μια εντελώς απροσδιόριστη πάθηση και αποδίδεται από ηθοποιό, και ο ποιητής Μπάιρον, που αντιπροσωπεύεται από τη μελωδική απαγγελία ενός σόλο τενόρου.

 

Σχετικά με τις μουσικές δυνάμεις, από φωνητικής πλευράς, ο συνθέτης επιχείρησε να συγχωνεύσει την Ανατολή με τη Δύση, την αγγλική ποίηση με την αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση της χορικότητας. «Με αυτόν τον στόχο και για λόγους οικονομίας, αποφάσισα να επιφορτίσω ένα σεξτέτο τραγουδιστών με διττή λειτουργία: να μεταμορφώνονται εναλλάξ σε αγγλικό μαδριγαλικό σύνολο και ένα είδος αρχαιοελληνικού τραγικού χορού· το πρώτο, προφανώς, για να τραγουδούν τη ρομαντική αγγλική ποίηση του Μπάιρον και το δεύτερο για να αρθρώνουν τις πιο πρωτογενείς δηλώσεις των Ελλήνων και τα σχόλιά τους για τον μεγάλο λόρδο», σημειώνει ο Γιώργος Τσοντάκης.

 

Το σύνολο των εννέα μουσικών του έργου περιλαμβάνει κρουστά, άρπα και σαντούρι, επιτρέποντας στη μουσική να ελίσσεται ελεύθερα ανάμεσα στον ανατολικό και τον δυτικό ήχο, παρόμοια με την εναλλαγή μαδριγαλιστών και χορού. «Ο συνδυασμός προσφέρει άφθονες δυνατότητες τόσο για λυρική έκφραση όσο και για ισχύ συνταρακτικής σωματικότητας. Ενίοτε, οι μουσικοί μετατρέπονται σε μέλη ενός πλήθους ή σχολιάζουν αλλοπρόσαλλα, δημιουργώντας έτσι ένα ευρύτερο ηχητικό και θεατρικό φάσμα. Ανάλογα, οι έξι μαδριγαλιστές καλούνται να παίξουν, να μιλήσουν και να διαπληκτιστούν όπως θα έκαναν σε μια αρχαιοελληνική τραγωδία – και σίγουρα η μοίρα του Τζωρτζ Μπάιρον ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να εικάσει πως ο Άγγλος ποιητής θα απολάμβανε ένα τέλος τόσο προσωπικό, τόσο ταιριαστά ποιητικό και κλασικό», συνεχίζει ο Γιώργος Τσοντάκης.