Συνέντευξη με τον Σταύρο Γιαννουλάδη

5 Φεβρουαρίου 2020  |  από Δέσποινα Κελεσίδου
Συνέντευξη με τον Σταύρο Γιαννουλάδη
Με αφορμή την παράσταση, Φτερά Μπεκάτσας, ο ηθοποιός Σταύρος Γιαννουλάδης μίλησε στο unstage για την δεκαετία του 90' και τα πρότυπα που γαλούχησαν τις επόμενες γενιές

Μιλήστε μας λίγο για τον ήρωα που υποδύεστε.

Λέγεται Γιάννης, είναι παντρεμένος με τη Ράνια και έχουν δύο παιδιά. Τη Χρύσα και τον Δημήτρη. Ο Γιάννης ανήκει στην μερίδα των χαμηλόμισθων εκείνης της περιόδου, καθώς το μηνιαίο του εισόδημα είναι μόνο 130.000 δραχμές, έτσι αναγκάζεται να δουλεύει υπερωρίες για να συντηρεί την οικογένεια του. Μόνη διέξοδός του από την καθημερινότητά του είναι το κυνήγι μπεκάτσας που πηγαίνει με τους φίλους του στην Άρτα κάθε τόσο, καθώς και το καφενείο που πηγαίνει μετά τη δουλειά. Είναι ένας ήρωας παγιδευμένος στα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, όπου ο άντρας πρέπει να είναι άντρας, να δουλεύει όλη μέρα και η γυναίκα να είναι σπίτι και να μεγαλώνει τα παιδιά. Η πίεση που δέχεται από την αναπτυσσώμενη Ελλάδα, τα νέα καταναλωτικά πρότυπα και οι παλιές αντιλήψεις τον οδηγούν στο να μεταφράζει τα προβλήματα στην οικογένειά του ως αμιγώς οικονομικά. Το ότι δεν μπορεί να αγοράσει καινούργια έπιπλα, περισσότερα ρούχα, πετσέτες φαντάζουν στο μυαλό του ως τα σημαντικά προβλήματα που ο ίδιος δεν μπορεί να υπερκεράσει, και αδυνατεί να δεχτεί ότι τα βασικά προβλήματα είναι η απουσία του από το σπίτι, η συντροφικότητα και η έκφραση της αγάπης του στην γυναίκα του και τα παιδιά του. 

 

Πώς έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να το επιλέξετε;

Αυτό το έργο μιλάει για την εποχή που μεγάλωσα. Την εποχή που είμασταν μικρά παιδιά και δεν καταλαβαίναμε τις ραγδαίες αλλαγές που γινόνταν γύρω μας. Μόνο τις δεχόμασταν. Χιλιάδες πληροφορίες. Μια εποχή σε υστερία. Κι ακόμη αυτήν την υστερία, αυτά τα πρότυπα που γαλουχήθηκαν από την κοινωνία μας, μέσα από τις διαφημίσεις και τα περιοδικά με τα μοντέλα και τους επιτυχημένους άντρες, ο σεξισμός, ο υπερκαταναλωτισμός, αυτή η νοοτροπία του νεοέλληνα ότι εγώ είμαι πάνω απ' όλα,  υπάρχει ριζωμένη βαθιά μέσα μας, χωρίς να είναι επιλογή μας. Στο έργο βλέπουμε ένα ζευγάρι που είναι ανήμπορο να καταλύσει τις κοινωνικές επιταγές και να επικοινωνήσει αυτά που νιώθει, μένει παγιδευμένο στις συνθήκες που το περιβάλουν και αυτοκατασπαράζεται. Αυτές οι συνθήκες μας διαμόρφωσαν, και τώρα καλούμαστε να τις συνειδητοποιήσουμε και να τις επαναπροσδιορίσουμε.  

 

Το έργο λαμβάνει χώρα στις αρχές της δεκαετίας του '90, μια εποχή που όλα φάνταζαν πιθανά και δυνατά. Πώς γίνεται λοιπόν οι δύο αυτοί νέοι άνθρωποι να μην τα καταφέρνουν;

Το συγκεκριμένο ζευγάρι βρίσκεται στη μερίδα των ανθρώπων που δεν ευνοήθηκαν από τις αλλαγές. Ο άντρας χαμηλόμισθος και η γυναίκα νοικοκυρά, με δύο παιδιά αδυνατούν να τα βγάλουνε πέρα. Ο βομβαρδισμός του καταναλωτισμού, τα προσωπικά θέλω, η άνθιση του φεμινισμού, τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, είναι στοιχεία που δημιουργούν ρήξεις, στοιχεία που αυτοί οι νέοι άνθρωποι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν ο ένας στον άλλον και ως εκ τούτου γίνονται αγκάθια στη σχέση τους. Γίνονται τα εμπόδια που τους υποχρεώνουν ή να χωρίσουν ή να συμβιβαστούν και να παραμείνουν στην κόλαση που ζουν. 

 

Πιστεύετε οτι οι ανθρώπινες σχέσεις σε οποιαδήποτε εποχή είναι το ίδιο δύσκολες και περίπλοκες;

Δεν ξέρω αν ήταν το ίδιο δύσκολες και περίπλοκες. Ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες τα προβλήματα ήταν διαφορετικά. Αλλά κάθε φορά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει τι του φταίει, τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει, κι έτσι την “αναπηρία του”, την προβάλει στον σύντροφό του κι έτσι δυσκολεύει την επικοινωνία. Δεν μπορούμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλον γιατί έχουμε πάντα σε πρώτο πλάνο τα δικά μας θέματα. Σίγουρα θέλει πολύ κόπο και θάρρος για να διατηρήσεις μία σχέση και να την εξελίξεις. Αυτό νομίζω πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει.

 

Τι αίσθηση μας μένει μετά το τέλος της παράστασης;

Ένα μούδιασμα. Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα αδιέξοδο, και όποιον δρόμο και να πάρεις, όποια στροφή, θα επιστρέφεις πάντα σ' αυτό το αδιέξοδο.

 

Ποιός ο κύριος λόγος που επιλέξατε το επάγγελμα του ηθοποιού;

Η συνεχής επαγρύπνηση.

 

Υπάρχουν ηθοποιοί και σκηνοθέτες που θα θέλατε να δουλέψετε μαζί τους και ρόλοι που ονειρεύεστε;

Υπάρχουν αρκετοί ηθοποιοί και σκηνοθέτες που θα ήθελα να δουλέψω, και πιστεύω πως κάποια στιγμή οι συγκυρίες έρχονται έτσι που συνεργάζεσαι με ανθρώπους που εκτιμάς και σε εκτιμούν. Δεν έχω κάποιον ρόλο που ονειρεύομαι.

 

Είστε μέλος της ομάδας 4Frontal πάνω από μια δεκαετία με πολλές παραστάσεις στο ενεργητικό σας. Πώς καταφέρνετε και μένετε τόσο δημιουργικοί και ενωμένοι;

Η ομάδα λειτουργεί ως ένα μέρος που μπορούμε να δοκιμάζουμε τις ιδέες μας, να τις επικοινωνούμε, και να δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε να μπορούμε να αποτύχουμε και να ξαναδοκιμάσουμε σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και ελευθερίας. Νομίζω η διάρκεια προκύπτει από το γεγονός ότι είμαστε ελεύθεροι να φεύγουμε από την ομάδα, να κάνουμε άλλες δουλειές, και μετά να επιστρέφουμε σε αυτήν γεμάτοι ενέργεια και νέες εμπειρίες, καθώς και ότι η ομάδα είναι ανοιχτή σε συνεργασίες και έτσι ανανεώνεται και παραμένει ζωντανή.