Η συνάντησή μου με τον Δημήτρη Δρόσο άργησε περίπου πέντε χρόνια από τότε που τον είχα γνωρίσει και με είχε συγκλονίσει με την ερμηνεία του στην παράσταση «Άνθρωποι και ποντίκια». Φέτος τον θαύμασα ως τον επαναστάτη Χούλιο Τόγκα στην παράσταση που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μαγουλιώτης, «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα».
Θέλοντας να μάθω περισσότερα στοιχεία για το έργο, δώσαμε ραντεβού για να μιλήσουμε για την παράσταση και όλα αυτά τα συναρπαστικά που αντιπροσωπεύει ο ήρωας που ερμηνεύει. Παίρνοντας τον λόγο, ο Δημήτρης ξεκίνησε να μου μιλάει για το πόσο χαρούμενος είναι που βρίσκεται στον συγκεκριμένο θίασο και συνεργάζεται με τους Άρη Μπαλή, Μαρία Αποστολακέα, Μελίνα Πολυζώνη και Μικέ Γλύκα, καθώς και για το πόσο καλοδουλεμένος είναι ο ρόλος του στη δραματουργία του έργου από τον Βασίλη, ο οποίος έχει φωτίσει πλήρως αυτό το πρόσωπο με τη βοήθεια, φυσικά, και των υπολοίπων συντελεστών.
Το έργο, όπως μου δήλωσε, πέρασε από αρκετές αλλαγές, φτάνοντας στη σημερινή του μορφή, όπου το βλέπουμε να ανθίζει και να τον κρατά «ζωντανό» δημιουργικά, καθότι υπάρχει μία συνεχής επαναδιαπραγμάτευση με τον Χούλιο, ο οποίος τον συγκινεί βαθιά. Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να μου αναφερθεί και στο ρομαντικό κομμάτι του ήρωα, στο οποίο ταυτίζονται.
Εισχωρώντας στον πυρήνα του έργου, τον ρώτησα αν ποτέ ένιωσε να προσβάλλεται ο ίδιος, όπως ο ήρωάς του, σε μία εξομολογητική συζήτηση που είχε με τον πατέρα του. Εκείνος μου δήλωσε ότι επιμένει να κάνει πράγματα με τους δικούς του όρους, πιστεύοντας πως το πιο εξευτελιστικό στοιχείο αυτή τη στιγμή είναι οι κακοποιητικές συμπεριφορές μέσα στο θέατρο, η υποτίμηση στο μισθολογικό κομμάτι, καθώς και η μη αποδοχή από την κοινωνία. Παράλληλα, προτρέπει τους νέους να διεκδικούν ό,τι τους ανήκει.
Καθώς το έργο έχει ως βασικό στοιχείο την ιδεολογία και τα πιστεύω, αναφέρθηκε στο ότι δεν είναι εύκολη εποχή για να πιστέψεις σε κάτι. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να έχεις μία πίστη που να σε οδηγεί και να λειτουργεί σαν αποκούμπι.
Δυστυχώς, βλέπουμε στον πολιτικό χώρο να υπάρχει μία πόλωση, η οποία οδηγεί σε σχίσματα και σε μικρότερες πολιτικές ομάδες. Τόνισε, ωστόσο, την ανάγκη για νέες ιδέες και τόλμη, ώστε να υπάρξουν νέα πράγματα και στα καλλιτεχνικά δρώμενα, ιδίως στην τηλεόραση, όπου πρέπει να δημιουργηθούν σειρές και παραγωγές που μιλούν για το εδώ και το τώρα, χωρίς να χρειάζεται να εισάγουμε ξένες παραγωγές.
Με αφορμή την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, μου παρουσίασε και τις δύο ταινίες μικρού μήκους στις οποίες συμμετείχε και παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, αποσπώντας βραβεία. Δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά και τον ενθουσιασμό του για την καλοδουλεμένη προετοιμασία που έγινε για το «Carcass» του Μάκη Σέμπου και το «Χους εις και εις χουν απελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση.
Επανερχόμενοι στην παράσταση και στο αν η Αργεντινή και η Ελλάδα έχουν ομοιότητες ως χώρες, μου είπε ότι υπάρχουν κάποιες, καθώς και οι δύο πέρασαν δικτατορία αλλά και ΔΝΤ, το οποίο προκάλεσε ακραίες αντιδράσεις, αλλά μέχρι εκεί. Προχωρώντας, όμως, στο κομμάτι της ιστορίας και στο αν είναι γεμάτη «ναρκοπέδια», μου ξεκαθάρισε ότι είναι σαν να υπάρχουν δύο παράλληλοι κόσμοι. Ο ένας αφορά το πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ τον χρόνο και το πόσο, ως προσωπικότητα, μπαίνεις στη διαδικασία να τολμήσεις.
Κλείνοντας, μου τόνισε με ξεκάθαρο τρόπο ότι στις μέρες και στους καιρούς που ζούμε χρειάζεται τόλμη για να κάνεις τέχνη. Χρειάζεται τόλμη για να ξεβολευτείς και να μπεις σε κάτι πιο βαθύ και δημιουργικό. Ένας άνθρωπος που κάνει τέχνη σήμερα επαναστατεί απέναντι στον εαυτό του και στο σύστημα, γιατί προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από αυτό.
Κάπως έτσι έκλεισε η ιδιαίτερη, δημιουργική και «επαναστατική» συζήτηση με τον Δημήτρη, με την ελπίδα οι άνθρωποι να γίνουμε πιο τολμηροί στο μέλλον.