H Κατερίνα Πατσιάνη μας συστήνει το "Σχολείο γυναικών" του Μολιέρου στο οποίο υποδύεται την Ζωρζέτ. Μιλάει για την επικαιρότητα του έργου μέσω των θεμάτων που θίγει, την οικειότητα που κρύβουν οι χαρακτήρες ενώ δεν παραλείπει να σταθεί στα στοιχεία της κωμωδίας που εναλλάσονται με την τραγωδία.
Θα ήθελες να μας συστήσεις το "Σχολείο γυναικών";
Πρόκειται για ένα έργο του Μολιέρου γραμμένο το 1662. Παίχτηκε στο Palais Royal, το θέατρο που φιλοξενούσε τα έργα του εκείνη την εποχή. Προτάσσει το θέμα της γυναικείας χειραφέτησης, την αλαζονία του κεντρικού ήρωα, που θέλει να ορίσει κάτι που δεν ορίζεται, και πώς τελικά ο έρωτας λειτουργεί ως καταλύτης.
Μίλησε μου για τον ρόλο που υποδύεσαι.
Εγώ υποδύομαι την Ζωρζέτ που είναι η μία απ' τους δύο υπηρέτες του Αρνόλφου. Πρόκειται για δύο παιχνιδιάρικες ψυχές, αυτή και ο Αλέν , που δεν διστάζουν να γελοιοποιούν το αφεντικό, να του ασκούν βία, αντιστρέφοντας τους ρόλους αφέντη-δούλου, αναρωτιούνται για καίρια ζητήματα που θίγει το έργο, υπάρχει ολόκληρη σκηνή όπου η Ζωρζέτ ρωτά και ξαναρωτά τον Αλέν για ποιο λόγο ο Αρνόλφος έχει εγκλωβίσει την Αγνή και δεν επιτρέπει σε κανέναν να την πλησιάσει. Υπάρχει ένα στυλιζάρισμα στον τρόπο που τους αποδίδουμε, κάτι που με οδηγεί κατευθείαν στην κομμέντια ντελ άρτε, στους πατέρες του Μολιέρου. Οι τάξη των υπηρετών έχει το θάρρος να σκεφτεί και να προκαλέσει.
Είναι ένα έργο αρκετά επίκαιρο λόγω των θεμάτων που θίγει όπως η πατριαρχία, η γυναικεία εξέγερση, η χειραφέτηση σχολίασε μου το γεγονός αυτό.
Νομίζω ότι εφόσον τα έργα ήταν γραμμένα πάντα από άντρες, εξηγείται γιατί πρωταγωνιστικές μορφές είναι εκείνοι. Το ωραίο βέβαια και το παράδοξο με τον Μολιέρο είναι ότι κοροϊδεύει τα χαρακτηριστικά του Αρνόλφου και μ' αυτό το τρόπο οραματίζεται έναν κόσμο άλλο. Ο ήρωας λοιπόν χάνει το παιχνίδι και καταρρέει μπροστά μας. Η αδάμαστη φύση, δεν μένει για πάντα στο κλουβί της. Ο έρωτας θριαμβεύει. Η γυναικεία μορφή από ανελεύθερη και απαίδευτη, καταφέρνει να αρθρώσει λόγο και να πατήσει στα πόδια της. Ζητά να έχει λόγο στις επιλογές της. Σήμερα οι γυναίκες παλεύουμε ακόμη για τα αυτονόητα, στο δημόσιο και ιδιωτικό βίο, για ίση μεταχείριση, ίσες ευκαιρίες, για ενίσχυση και υποστήριξη της γυναίκας που επιθυμεί να γίνει μητέρα και να παραμείνει εργαζόμενη, για αναγνώριση και ορατότητα όλων των θηλυκοτήτων και του δικαιώματός τους να ζούν με τον τρόπο και την ταυτότητα που θέλουν.
Οι δύο κεντρικοί ήρωες φαίνονται οικείοι στα μάτια σου;
Σίγουρα έχουν χαρακτηριστικά που εγώ αναγνωρίζω. Στον Αρνόλφο βλέπω τον καθένα μας, όταν προσπαθούμε να ελέγξουμε τους άλλους, τη ζωή την ίδια, το χρόνο. Στην Αγνή βλέπω στοιχεία δικά μου, των κοριτσιών που μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι τα αγόρια περιγελούν και εξαπατούν τα κορίτσια, βλέπω εμένα, βλέπω τη μητέρα μου, δεν είναι μακριά μας αυτές οι εποχές, των μεγάλων συναισθημάτων, κι ας ζούμε σε φαινομενικά πολύ προχωρημένες φάσεις της ανθρωπότητας. Είναι λίγο μετέωρη η θέση της, σαν να είναι με το ένα πόδι στο παρελθόν και το άλλο στο παρόν. Κι εγώ έτσι νιώθω.
Το έργο μοιάζει λίγο σαν τραγική κωμωδία;
Ναι θα μπορούσες να το πεις έτσι, γιατί και ο τρόπος που το προσεγγίζουμε, ενώ είναι κωμωδία, βλέποντας τον ήρωα να καταρρέει, φανερώνει μια τραγική μορφή. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ελέγξει έναν άλλο. Ένα πλάσμα να το φέρει στα δικά του θέλω και στις δικές του προσλαμβάνουσες και στο τέλος αποτυγχάνει. Νομοτελειακά.
Πώς συνυπάρχει στο έργο η κωμωδία με την ποίηση;
Είναι σπουδαία η μετάφραση της Χρύσας της Προκοπάκη, οπότε πατάς σε μία στέρεα βάση, γιατί είναι τόσο καλογραμμένη και ποιητική που, αν είσαι πιστός στη μουσικότητά της, είναι δύσκολο να ξεφύγεις. Δεν νιώθεις την ανάγκη να ψάξεις για κάτι άλλο, να «ωραιοποιήσεις» το παίξιμο, το όχημα είναι ο λόγος και το κωμικό στοιχείο βγαίνει αβίαστα.
Τι ήταν αυτό το σκανδαλώδες για το οποίο μίλησε ο Μολιέρος και ενόχλησε την τότε κοινωνία;
Απ' ότι μας είχε πει και η δραματολόγος της παράστασης όταν διαβάζαμε το κείμενο, τους θεατές εκείνης της εποχής ενοχλούσε η επιλογή να βάζει τους υπηρέτες να κοροϊδεύουν τον αφέντη τους, το γεγονός ότι οι υπηρέτες έχουν μία δική τους ολόκληρη σκηνή όπου μιλάνε, στη διάρκεια της οποίας αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει όλο αυτό, να είναι δηλαδή φυλακισμένη η Αγνή απ' τον Αρνόλφο. Έβλεπαν σίγουρα κομμάτια του εαυτού τους μέσα στο έργο και ο συντηρητισμός τους αντιδρούσε.