Ιώ Βουλγαράκη: Σκέψεις και λέξεις καραντίνας

4 Απριλίου 2020  |  από Πέπη Καλλίλα
Ιώ Βουλγαράκη: Σκέψεις και λέξεις καραντίνας
Η Ιώ Βουλγαράκη καταθέτει τις δικές της σκέψεις καραντίνας και εστιάζει στην ανάγκη να δούμε τον κόσμο αλλιώς, και να συναντηθούμε με την Ιστορία.

Παρασκευή 3 Απριλίου, ημέρα 22η στο σπίτι και 12η από την εφαρμογή των αυστηρότερων μέτρων με απαγόρευση της άσκοπης κυκλοφορίας. Ακολουθώ τους κανόνες, προσέχω, περιμένω και αλλάζω την σχέση μου με τον χρόνο. Μου κόβω λίγο τη φόρα. Δημιουργώ μέσα στο δωμάτιο ένα άλλο, ένα «μέσα μου» δωμάτιο. Και τροφοδοτούμαι από αυτό.
Είμαστε προσαρμοστικά όντα κι αυτό, όπως όλα, έχει τουλάχιστον δύο όψεις. Δεν συνηθίζω τους αριθμούς των νεκρών, δεν προσαρμόζομαι, αρνούμαι, δεν συγκρίνω αριθμούς, δεν υπάρχει «καλύτερα» και «χειρότερα» όταν τα νούμερα είναι ζωές που χάθηκαν.

Υπό κανονικές συνθήκες οι περισσότεροι από μας ζούμε, νομίζω, την καθημερινότητα που μας αναλογεί τοποθετώντας το μυαλό στο κέντρο των ενεργειών και της ζωής μας. Δυστυχώς μας αναθρέφουν έτσι, μας εκπαιδεύουν έτσι, καλλιεργώντας βασικά το μυαλό μας - το μυαλό ως αυταξία. Κι όμως το μυαλό δεν αρκεί τώρα για να συλλάβουμε αυτόν τον αόρατο πόλεμο. Ακόμα και για τους επιστήμονες, από τους οποίους κρεμόμαστε τώρα, το μυαλό δεν αρκεί γιατί τότε θα έπρεπε όλοι τους ή να παραιτούνται ή να αναρωτιούνται «ποιος είναι καλύτερο να σωθεί, ο μεν ή ο δε;» και το πρώτο θα ήταν μια τραγική ήττα και το δεύτερο μια τερατώδης ήττα. Ποιος ξέρει; Ίσως ετούτη η αχαρτογράφητη ιστορική συγκυρία να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε επιτέλους -μεταξύ άλλων- πως πέρα από το μυαλό υπάρχουν μέσα μας και άλλες δυνάμεις. Η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη, η ελπίδα, το σθένος - χώροι ψυχικοί που, στο εμμονικό οικοδόμημα της ζωής μας, έχουν επικίνδυνα ατροφήσει.

Τις τελευταίες εβδομάδες το θέατρο, η εφήμερη τέχνη, η αδιαμεσολάβητη τέχνη, αυτοπροσφέρεται παγκοσμίως μέσα από οθόνες. Για λόγους μνήμης, για λόγους μελέτης αλλά και λόγους καθολικής προσβασιμότητας, κάτι που συχνά ξεχνάμε, είναι σίγουρα σημαντικό αυτό, κι ας μην έχει - νομίζω, είναι προφανές πως δεν έχει - καμία σχέση με την ουσία του θεάτρου και με την εμπειρία του ερωτικού ραντεβού, όπως είναι αυτό με το κοινό. Ούτε με την ιερότητα αυτής της εμπειρίας (ας μου επιτραπεί η λέξη). Ούτε όμως και προσπαθεί καμία αναμετάδοση να υποκαταστήσει την εμπειρία. Streaming, άνοιγμα των αρχείων, ψηφιακά κανάλια, υπότιτλοι δεν θέλουν να υποκαταστήσουν τη δουλειά μας, θέλουν να κρατήσουν έναν ιστό. Τον ιστό με τον κόσμο, τον ιστό μεταξύ μας.

«Στο να είσαι εκτός βρίσκεται όλη η ουσία. Είναι για έναν καλλιτέχνη η ιδανική κατάσταση» έλεγε σ’ έναν δημοσιογράφο ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, μετά από πέντε χρόνια εξορίας και απομόνωσης στην Αλάσκα, αφού είχε διαφύγει στην Αμερική. Μπορεί πράγματι αυτή η παγκόσμια μάχη για τη ζωή και η πρωτόγνωρη παγκόσμια απομόνωση που απαιτεί, να γεννήσουν νέα αφηγήματα την επόμενη μέρα. Μπορεί να συναντηθούμε με την Ιστορία, όπως συμβαίνει σε μεγάλες κρίσεις της ανθρωπότητας. Και να ξαναβρούμε την παρηγορητική και στοχαστική και αποκαλυπτική και διεγερτική και λυτρωτική και απελευθερωτική και θεραπευτική και επαναστατική και τελικά ζωτική λειτουργία της τέχνης. Μπορεί. Αρκεί να μην έχουμε εξαφανιστεί.

Όπως όλοι οι κλάδοι, η τέχνη χρειάζεται και αυτή στήριξη για να υπάρξει την επόμενη μέρα. Χρειάζεται μια πολιτεία που να αντιλαμβάνεται πως ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη βασική, πως όσοι εργάζονται σε αυτόν, ζουν από την εργασία τους, όπως οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων. Παράγουν. Παράγουν κάτι πολλές φορές αόρατο, κάτι που δεν τρώγεται, δεν πίνεται, δεν φοριέται, δεν μετριέται αλλά είναι εξίσου αναγκαίο. Και καταναλώνεται από το πνεύμα, τις αισθήσεις, τις καρδιές, την ψυχή των ανθρώπων, από εκείνα τα «όργανα» που θα μας κρατήσουν ελεύθερους τις πιο σκοτεινές ώρες της ανθρωπότητας.

Περιμένουμε μια τέτοια στάση.

ΥΓ. Πριν λιγες ημέρες παρακολουθούσα τον "Υπηρέτη δύο αφεντάδων" από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Καθόλη τη διάρκεια της προβολής του, ο κόσμος που παρακολουθούσε από διάφορες χώρες έκανε δωρεές έναντι εισιτηρίου στο θέατρο. Συγκεντρώθηκε μάλιστα ένα πολύ μεγάλο ποσό. Και σκέφτεσαι, κοίτα, άνθρωποι κλεισμένοι, σαν κι εμάς, στα σπίτια τους, υπομένοντας μια αβέβαιη και τρομακτική κατάσταση, άνθρωποι που ίσως έχουν κάποιον δικό τους που νοσεί, άνθρωποι που όπως όλοι μας δεν ξέρουν πότε θα επιστρέψουν στις δουλειές τους, άνθρωποι που φοβούνται μην κολλήσουν, που τη μια μέρα αισιοδοξούν και την άλλη απελπίζονται, παρακολουθούν το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας και δωρίζουν χρήματα, μάλλον γεμάτοι από ένα ανείπωτο αίσθημα έλλειψης του θεάτρου ως ζωντανής συνάντησης, που τέτοια και μόνο είναι. Αν αυτό δεν είναι ανάγκη, τότε τι είναι;