Έμιλυ Κολιανδρή: Έχει μια γοητεία να το βλέπεις από μια κλειδαρότρυπα είτε στην πραγματική ζωή είτε στην θεατρική συνθήκη

8 Οκτωβρίου 2018  |  από Πέπη Καλλίλα
Έμιλυ Κολιανδρή: Έχει μια γοητεία να το βλέπεις από μια κλειδαρότρυπα είτε στην πραγματική ζωή είτε στην θεατρική συνθήκη
Με αφορμή το Σώσε που θα γίνει στην κεντρική σκηνή της Στέγης, η ηθοποιός Έμιλυ Κολιανδρή μίλησε στο unstage για τις δυσκολίες, αλλά και τη γοητεία αυτής της ιδιαίτερης παράστασης

Πρώτη σου συνεργασία με τον Έκτορα Λυγίζο. Εντυπώσεις;

Μου αρέσει πολύ ο Έκτορας γιατί είναι πολύ ψύχραιμος και ήρεμος και αυτό βοηθάει πολύ στο συγκεκριμένο έργο γιατί απαιτεί να είμαστε όλοι συντονισμένοι και πολύ συγκεντρωμένοι σε μια δύσκολη χορογραφία. Είναι σαν μια παρτιτούρα κινησιολογική σαν ένα ρυθμικό κομμάτι. Με τον τρόπο που θέλησε ο Έκτορας να το δείξει. Αυτή του η ηρεμία και ψυχραιμία βοηθά πολύ στις πρόβες όπου το πράγμα απαιτεί μεγάλη ένταση και βγαίνεις εκτός ορίων κυριολεκτικά.

 

Είναι το πιο δύσκολο πράγμα που έχεις κάνει μέχρι στιγμής στην καριέρα σου;

Ναι είναι. Βλέπεις επί δύο ώρες εννιά ηθοποιούς να τα δίνουν όλα. Προσπαθούν στο έργο να σώσουν μια παράσταση που δε σώζεται αλλά στην πραγματικότητα βλέπεις εννιά performers να παίρνουν μέρος σε μια άσκηση αντοχών, μεχρι τελικής πτώσεως. Είναι απαραίτητος ο συντονισμός. Ένας να μην το καταφέρει, μπορεί να πάρει η μπάλα και τους υπόλοιπους. Είναι καθαρά παράσταση συντονισμού και συνύπαρξης. Κι αυτό είναι ωραίο. Είναι η πρώτη φορά που δε σκέφτομαι το ρόλο μου κι αν θα είμαι καλή ή αν έχω κομμάτια που δεν τα έχω βρει ακόμα. Είναι σα μια βουτιά άμα τη ενάρξη του έργου και μετά πρέπει να πας μαζί του, να το αφήσεις να σε παρασύρει. Δεν προλαβαίνεις να κάτσεις λίγο πίσω να σκεφτείς. Μου αρέσει αυτό, γιατί πολλές φορές στο θέατρο αυτή η σκέψη και η υπερανάλυση του ρόλου μάς έχει βασανίσει. Ενώ καμιά φορά πρέπει απλώς να κάνεις, να πράττεις.

 

Ακούγεται συναρπαστικό και δύσκολο ταυτόχρονα. Λες να αποθαρρύνει κάποιους από το να ακολουθήσουν το επάγγελμα του ηθοποιού;

Δε νομίζω ότι θα μείνουν στη δυσκολία. Σίγουρα στην αρχή αν κάποιος παρακολουθήσει την παράσταση θα σκεφτεί πόσο απαιτητικό και δύσκολο είναι να τρέχεις, να πηγαινοέρχεσαι και να συντονίζεσαι με τόσους ανθρώπους. Αλλά πολλές φορές μένουμε στα υλικά από τα οποία φτιάχνεται κάτι και αυτό δημιουργεί μια δυσκολία στο να μπεις, να δεις την ουσία. Θα ήταν ωραίο και στη συγκεκριμένη παράσταση να αναγνωρίσεις και να παρατηρήσεις τη δυσκολία, αλλά ταυτόχρονα να μην έχεις εμπόδιο στο να γελάσεις και να συνγκινηθείς, να παρασυρθείς. Αυτό είναι το στοίχημα.

 

Το έργο αυτό είναι μια καθαρή κωμωδία

Ναι εντελώς κωμωδία. Έχει τρεις πράξεις. Στην πρώτη πράξη, είμαστε στη γενική πρόβα, όπου τίποτα δεν πάει καλά, οι μισοί δεν ξέρουν τα λόγια τους, άλλοι καβγαδίζουν, υπάρχουν δεκάδες εμπόδια τα οποία προσπαθούν να ξεπεράσουν. Στη δεύτερη πράξη υποτίθεται ότι έχουν περάσει κάποιες μέρες, αλλά τώρα ο θεατής παρακολουθεί τι συμβαίνει στο παρασκήνιο, όπου είναι μια σεκάνς βουβή, μια χορογραφία εννιά ηθοποιών που τρέχουν πάνω κάτω, κλειδώνονται σε δωμάτια, προσπαθούν να σώσουν αυτά που δε σώζονται! Και στην τελευταία πράξη, έχει περάσει και πάλι κάποιος χρόνος κι εκεί βλέπουμε τώρα τη σκηνή κανονικά όπου γίνεται η παράσταση, αλλά σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Ο Έκτορας Λυγίζος, ο σκηνοθέτης της παράστασης, έχει μεταφέρει το έργο αυτούσιο πάνω στη σκηνή;

Έχει τηρήσει το πνεύμα του έργου και το στοιχείο της κωμωδίας βέβαια, που γίνονται όλες αυτές οι αστείες σκηνές με τα gags και το χαμό που συμβαίνει μεταξύ τους, απλά επειδή είναι πολύ μεγάλο και επαναλαμβανόμενο, ο Έκτορας έκανε μια μικρή διασκευή και στην τελευταία πράξη, εκτός από το γέλιο, βγαίνει και κάτι σαν πίκρα, σα θλίψη, βλέποντας του ηθοποιούς να προσπαθούν μέχρι το τέλος να ολοκληρώσουν την παράσταση. Δε θα σταματήσουν ποτέ, θα είναι εκεί και ό,τι κι αν συμβεί, θα συνεχίσουν να προσπαθούν. Αυτό βγάζει μια γλυκόπικρη γεύση στο θεατή. Ας πούμε ότι η εκδοχή του Έκτορα είναι πιο συγκινητική.

 

 

Το έργο αυτό έχει γίνει και ταινία στην Αμερική με τον τίτλο «Noises off». Σε τι διαφέρει η παράσταση από την ταινία;

Ναι την είδα την ταινία, είναι πολύ συμπαθητική. Αυτό που κάνουμε εμείς είναι θα έλεγα πιο εξοντωτικό, πιο ρυθμικό, πιο γρήγορο.

 

Στο δελτίο τύπου αναφέρει πως το έργο αυτό είναι «Ένας ύμνος στο λάθος».

Συνήθως στην τέχνη μέσα από τα λάθη μπορεί να προκύψει κάτι πολύ ωραία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει κάτι τέτοιο (γέλια). Λάθος στο λάθος όλη η παράσταση καταρρέει. Εγώ πιστεύω ότι είναι περισσότερο ένας ύμνος στον ηθοποιό παρά στο λάθος. Δηλαδή ότι αυτή είναι η φύση της δουλειάς τους και η φύση αυτών των ανθρώπων να καταφέρνουν να ξεπερνούν και να επιζούν παρόλα τα εμπόδια.

 

Μέσα από το χάος εκείνοι καταφέρνουν να επιβιώσουν και να συνεχίζουν. Είναι κι αυτό σημαντικό.

Αυτοί θα συνεχίσουν. Ακόμα κι αν γκρεμιστεί και το ίδιο το σκηνικό. Κι αυτό είναι μια αλήθεια. Το θέατρο μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα χωρίς τίποτα. Δεν έχεις ανάγκη ούτε από σκηνικά ούτε φωτισμούς. Θέλω να πω, το Α και το Ω είναι ο ηθοποιός. Οπότε κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες θα είναι εκεί και θα το παλεύει. Αυτό είναι το μαγικό. Μπορεί κάτι να μη γίνει σωστά, αλλά ο θεατής παίρνει το μέρος του ηθοποιού, δέχεται κι αυτή τη σύμβαση του λάθους και παρακολουθεί πώς θα συνεχίσουν μέσα από αυτή τη δυσκολία.

 

Στην παράσταση και οι εννιά ηθοποιοί υποδύονται δύο ρόλους. Παίρνει ο ένας ρόλος από τον άλλον στοιχεία;

Αυτό είναι ένα από τα θέματα του έργου. Το πώς η περσόνα που κάθε φορά υποδύεσαι στοιχειώνει τον ηθοποιό και πώς ο ίδιος ο ηθοποιός στοιχειώνει την περσόνα που κουβαλάς, γιατί παρακολουθώντας το έργο πολλές στιγμές γίνονται διακοπές όπου τα πρόσωπα βγαίνουν από το ρόλο και συνομιλούν κανονικά  και όχι ως οι περσόνες που υποδύονται πάνω στη σκηνή. Και βλέπεις ότι είνι λίγο δυσδιάκριτα τα όρια του ηθοποιού από το ρόλο. Οπότε δεν μπορείς να καταλάβεις πάντα αν επηρεάστηκε ο ηθοποιός από το ρόλο ή αντίθετα.  Στο έργο υποδύομαι τη βοηθό σκηνοθέτη, την Μπελίντα που είναι πολύ της τάξης, είναι το δεξι χέρι του σκηνοθέτη, θέλει όλα να πηγαίνουν καλά, έχει ένα θέμα με την ευθύνη, θέλει να τα έχει όλα υπό την εποπτεία της. Και στο ρόλο που υποδύεται της Φλάβια μπαίνουν παρόμοια στοιχεία από την Μπελίντα. Αυτό συμβαίνει με όλους τους χαρακτήρες, δημιουργούνται συνεχώς μπερδέματα μεταξύ τους. Και κάποια στιγμή στην τρίτη πράξη την τελευταία έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς πια και μια εκδοχή των ρόλων σαν να παρακολουθείς φαντάσματά τους, κάποιους απόηχους των ανθρώπων αυτών, σα να αναρωτιεσαι , είναι οι ίδιοι, είναι οι μνήμες τους ή εκδοχές του εαυτού τους.

 

Δικά σου στοιχεία βαζεις στους ρόλους που υποδύεσαι ακομα κι αν είναι ένας κόντρα ρόλος;

Ναι νομίζω έτσι γίνεται συνήθως. Πρέπει από κάπου να αντλήσεις, να τον φέρεις κοντά σου. Πιο πολύ θα βασιστείς σε κάποιες ευκολίες που έχεις, σε δικά σου πράγματα που θα μπορούσες να τα κουμπώσεις σε αυτόν το ρόλο, παρά να τον δεις ως κατι ξένο που πρέπει να τον φτάσεις.

 

Αυτό το έργο έχει ξαναπαιχτεί στην Ελλάδα με διαφορετικούς θιάσους και προφανώς σε άλλες εκδοχές. Τι είναι αυτό που το κάνει τόσο πετυχημένο ώστε να ανεβαίνει και πάλι;

Έχει αυτήν την ιδιαιτερότητα ως έργο, αυτό το μπροστά και πίσω από τη σκηνή. Έχει μια γοητεία να το βλέπεις από μια κλειδαρότρυπα είτε στην πραγματική ζωή είτε στην θεατρική συνθήκη που παρακολουθείς τους ηθοποιούς στα παρασκήνια, ενώ εκείνοι νομίζουν ότι δεν τους βλέπει κανείς. Είναι πάντα διεγερτικό να βλέπεις στα κρυφά. Πέραν αυτού η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμενης εκδοχής είναι αυτό το χορογραφικό στοιχείο, οι γρήγοροι ρυθμοί. Σαν μια παρτιτούρα από την αρχή μέχρι το τέλος ρυθμική που απαιτεί απόλυτο συντονισμό και συγκέτρωση. Είναι σα μια άσκηση για ηθοποιούς που τη χαζεύεις.

 

Έχεις σκεφτεί ποτέ συγκεκριμένους ρόλους που θα ήθελες να ενσαρκώσεις;

Όχι δεν το έχω κάνει αυτό, δεν έχω όνειρο να υποδυθώ συγκεκριμένες περσόνες. Ονειρεύομαι πάντα συνθήκες. Ποιος είναι ο εμπνευστής, ο σκηνοθέτης, το όραμά του, η σύσταση της ομάδας, τέτοια πράγματα με ιντριγκάρουν. Επίσης με την πάροδο των χρόνων έχει αρχίζει και με νοιάζει περισσότερο να βρίσκομαι σε μια συνθήκη ομαδική χωρίς να με ενδιαφέρει πολύ ο εαυτός μου, χωρίς να σκέφτομαι το ατομικό τόσο. Μου φαίνεται πια πολύ πιο ενδιαφέρον, σε βγάζει με ένα τρόπο από τον μικρόκοσμό σου, από την αυταρέσκεια.

 

Άρα το να γνωρίζεσαι με τον σκηνοθέτη, με τους ηθοποιούς με τους οποίους θα παίξεις σε μια παράσταση παίζει μεγάλο ρόλο.

Ναι σαφώς. Πολύ δύσκολα να συνεργαζόμουν με σκηνοθέτες που δε γνωρίζω ή δεν έχω ξανασυνεργαστεί. Μου αρέσουν οι κλίκες στο θέατρο και πιστεύω ότι υπάρχουν γιατί μέσα από ομάδες που συνομιλούν και ψάχνουν τα ίδια πράγματα και γνωρίζονται ήδη, κερδίζεις χρόνο. Οι πρόβες διαρκούν μικρό χρονικό διάστημα, δεν έχεις την πολυτέλεια να γνωριστείς καλά ώστε να δουλέψεις σωστά, άρα ο χρόνος είναι κάτι πολύ σημαντικό. Και πάντα είναι πιο ευχάριστο να αισθάνεσαι άνετα και να δουλεύεις με ανθρώπους που γνωρίζεσαι γιατί γίνονται όλα ευκολότερα και πιο ελεύθερα. 

 

*Φωτογραφίες: Γιάννης Ζάχος

Instagram: @zahos