Μελαχρινός Βελέντζας και Γιώργος Δρίβας: Η ανιδιοτελής φιλία ξεκινά από την καρδιά

5 Φεβρουαρίου 2019  |  από Πέπη Καλλίλα
Μελαχρινός Βελέντζας και  Γιώργος Δρίβας: Η ανιδιοτελής φιλία ξεκινά από την καρδιά
Οι δύο πρωταγωνιστές της παράστασης Lemon μας βάζουν στην ατμόσφαιρα της εποχής και μας μιλούν για τη σημασία που παίζει η φιλία και το ταξίδι στη ζωή μας

Με ποιο τρόπο αυτό το έργο συνδέεται με το σήμερα;

 

Μελαχρινός Βελέντζας: Το έργο γράφτηκε το όχι μακρινό 1994 από τον Ιταλό συγγραφέα Alessandro Baricco ως ποιητικός θεατρικός μονόλογος (τίτλος πρωτοτύπου: Χιλιαεννιακόσια). 25 χρόνια μετά έχουν αλλάξει πάρα πολλά τόσο στην Ελλάδα όσο και στον κόσμο ολόκληρο. Το Lemon (η διασκευή της Γεωργίας Τσαγκαράκη πάνω στο πρωτότυπο κείμενο του Baricco) είναι μία διαχρονική ιστορία που αποτυπώνει τη συγκινητική ρευστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα έργο σε άρση, κάπου ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα. Σήμερα, ζούμε σε μία εποχή όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, όλα αλλάζουν διαρκώς. Ωστόσο, αυτό που δεν αλλάζει είναι η ανάγκη του ανθρώπου να πάει εκεί όπου θα νιώθει όμορφα. Αυτός ο τόπος, ή ο μη-τόπος αν μιλήσουμε για την  ουτοπία, άλλες φορές συνδέεται με το φαντασιακό μας και άλλοτε με έναν πραγματικό εφικτό στόχο. Ή κάποιες άλλες φορές είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο, ένας συνδυασμός καθαρά προσωπικός: o τόπος της προσωπική ευτυχίας καθενός από εμάς. Το υπαρξιακό ερώτημα που θέτει το έργο είναι πραγματικά επίκαιρο.

Γιώργος Δρίβας: Ο σκληρός κόσμος της εποχής 1900 που βιώνει κυρίως ο Τιμ Τούνυ υπάρχει ακόμα και σήμερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αγώνας για επιβίωση, πόλεμοι, η ταξική ανισότητα, οικονομικές καταστροφές, δύσκολοι καιροί για καλλιτεχνικές κι ευαίσθητες ψυχές. Απέναντι σ’ αυτόν τον κόσμο, ο Χιλιαεννιακόσια προτάσσει έναν κόσμο πιο όμορφο, με περίσσια αγάπη για το συνάνθρωπο, τις ωραίες στιγμές, τη μουσική, τον έρωτα, τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι. Κι όλα αυτά ενώ δεν κατεβαίνει ποτέ στη στεριά. Τα υπαρξιακά ζητήματα επίσης που τίθενται με βάση αυτές τις συνθήκες είναι αντίστοιχα με αυτά του σήμερα. «Είμαι καλά εδώ που είμαι; Tι θέλω πραγματικά από τη ζωή μου;»

 

Ποια είναι η προσέγγιση του έργου; Ποιος ο στόχος σας;


Γιώργος Δρίβας: H προσέγγιση που κάναμε κινήθηκε σε δύο άξονες. Αφενός, θέλαμε  να διατηρήσουμε την αυθεντικότητα του αρχικού κειμένου που όπως είπαμε είναι ένας μονόλογος (μτφ. Σταύρος Παπασταύρου). Αφετέρου, μέσω της διασκευής σε διαλογικό κείμενο, να  ζωντανέψουμε την αφήγηση ξεδιπλώνοντας ένα ντουέτο ηθοποιών επί σκηνής, οι οποίοι υποδύονται διαφορετικούς ρόλους, προκειμένου ν’ αφηγηθούν αυτή την απίστευτη ιστορία. Δώσαμε σημασία κυρίως στη θεατρική δράση και όχι στη μουσική και τις δεξιότητες του Χιλιαεννιακόσια με σκοπό να φτάσει όσο γίνεται καλύτερα η αφήγηση στους θεατές. Στο Lemon, η μουσική είναι το μέσο, όχι ο αυτοσκοπός. Ο στόχος επικεντρώνεται στην επίτευξη μιας πλήρους θεατρικής πράξης, ώστε ο θεατής να έχει την αίσθηση ότι έχει μπροστά του και ξεφυλλίζει ένα διαδραστικό παραμύθι με ζωντανές εικόνες, ζωντανή μουσική και δυνατή αφήγηση.

Μελαχρινός Βελέντζας: Το Lemon είναι ένα ταξίδι. Αυτό που συμβαίνει επί σκηνής με τους δύο ήρωες, συμβαίνει και στον τρόπο που ταξιδεύει η παράσταση. Παρέα με το πιάνο που σχεδίασε ειδικά για το έργο η σκηνογράφος μας Νατάσα Τσιντικίδη ταξιδεύουμε και παίζουμε πότε στη στεριά (όπως συμβαίνει αυτή την περίοδο στο Θέατρο Radar), πότε στη θάλασσα (όπως συνέβη πέρυσι το καλοκαίρι όταν παίξαμε πχ εν πλω πάνω σε ferry-boat στη Σαντορίνη) και πότε κάπου ανάμεσα (όπως συνέβη στο Λαύριο όταν παίξαμε σ’ ένα καρνάγιο -σε μία γλύστρα- όπου το νερό περνούσε κάτω από τα πόδια των θεατών). Στόχος μας είναι η εξερεύνηση της θεατρικής αφήγησης και θέασης και εν γένει της καλλιτεχνικής παραγωγής υπό διαφορετικές συνθήκες. Ένας διάλογος με το έργο, με τους θεατές και εν τέλει με τον ίδιο μας τον εαυτό μας.

 

Τι σας δυσκόλεψε στους χαρακτήρες που υποδύεστε;


Γιώργος Δρίβας: Η συνεχής και ασταμάτητη ροή της παράστασης, έτσι όπως εξελίσσονται οι σκηνές, σε συνδυασμό με το χορό, το τραγούδι και τις προστιθέμενες κινησιολογικές σκηνές της σκηνοθέτιδός μας. Αυτή η παράσταση είναι μία συνεχής πρόκληση, γιατί απαιτεί υψηλά επίπεδα φυσικής αντοχής, συγκέντρωσης κι ενέργειας. Αυτό βέβαια αποτελεί κίνητρο κι ενδιαφέρον στοιχείο για τον ηθοποιό.

Μελαχρινός Βελέντζας: Ο Χιλιαεννιακόσια είναι ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος, που παραμένει σε αυτό που του είναι γνώριμο. Σε αυτό που του είναι οικείο, δηλαδή το καράβι στο οποίο τον εγκατέλειψαν. Προσωπικά, είμαι ένας άνθρωπος που τολμάω και μου αρέσει να μετακινούμαι αναλαμβάνοντας την ευθύνη αυτής της μετακίνησης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ακόμη εξερευνώ αυτόν το χαρακτήρα, από παράσταση σε παράσταση. Η δυσκολία που επανέρχεται και την πραγματεύομαι ξανά και ξανά είναι ότι ο Χιλιαεννιακόσια δεν είναι επικριτικός απέναντι στον κόσμο. Προσπαθεί να καταλάβει. Αφουγκράζεται τους άλλους. Ενώ έχει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που τον κάνουν ξεχωριστό, αυτός αφήνεται σ’ ένα σύμπαν όπου ο μόνος κυρίαρχος είναι ο Ωκεανός. Ο Χιλιαεννιακόσια έχει επίγνωση της ασημαντότητας της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στο μεγαλείο του κόσμου και της φύσης. Αυτό είναι που τον κάνει σπουδαίο και απέραντο. Αυτή η αντίθεση που ενυπάρχει στο ρόλο μου είναι μία λεπτή γραμμή πάνω στην οποία ακροβατώ συνέχεια. Και νομίζω κάνει και την ερμηνεία ρευστή και ανοικτή σε κάθε νέα παράσταση. Αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον σε σχέση με μία παγιωμένη και ‘κλειδωμένη’ ερμηνεία, απαιτεί όμως από την άλλη να είσαι εκεί σε κάθε παράσταση. Αλλιώς, θα σε ‘πετάξει’ έξω η διαδικασία.

 

Στο δελτίο τύπου αναφέρει ένα ερώτημα που απευθύνεται σε όλους. «"Εσύ φοβάσαι να κατέβεις από το πλοίο που γεννήθηκες;" Εσείς φοβάστε;


Γιώργος Δρίβας: Εμείς κάθε φορά που παίζουμε την παράσταση, είναι σα να κατεβαίνουμε. Φεύγουμε από την ασφάλεια της καθημερινότητας μας και ανεβαίνουμε στη σκηνή, όπου για 70 λεπτά πρέπει να εκτεθούμε σ’ έναν Ατλαντικό συναισθημάτων, χαρακτήρων και  περιστατικών που υπάρχουν μέσα στο έργο. Αυτή η ελευθερία και η τόλμη να βουτήξεις στα βαθιά είναι ό,τι πιο μαγικό μπορεί να προσφέρει το θέατρο σ’ έναν ηθοποιό. Κοιτάμε κάθε φορά να το απολαμβάνουμε σα να είναι η πρώτη και η τελευταία.

Μελαχρινός Βελέντζας: Ο πρωτογενής φόβος είναι ένα υγιές συναίσθημα και κάτι λογικό στον άνθρωπο. Όταν φοβάσαι, ενστικτωδώς απομακρύνεσαι από κάτι, το κοιτάς κουρνιασμένος από απόσταση. Αυτό όμως δηλώνει πως αυτό το κάτι υπάρχει, είναι εκεί και σε κοιτά. Και πολλές φορές αυτό που σε κοιτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά εσύ ο ίδιος. Οι φόβοι μας είμαστε εμείς. Φοβόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό και τις πιθανότητες που ανοίγονται, όταν επιλέγουμε να πάμε κάπου ή να φύγουμε από κάπου. Ποιος μπορεί όμως να μας κρίνει για τις επιλογές μας; Είναι υπέροχο να φοβάσαι, όμως μας βοηθά να το αναγνωρίζουμε για να μπορούμε να δούμε τι θέλουμε τελικά να κάνουμε με αυτούς μας τους φόβους. Να καταλάβουμε από πού προέρχονται. Αυτός μας βοηθά να μην αγκυλωνόμαστε σε καταστάσεις κι επιλογές που ίσως να μην είναι και τόσο δικές μας.

 

 

Πώς λειτουργεί το ταξίδι στη διαμόρφωση ενός ανθρώπου; Είναι αναγκαίο κατά τη γνώμη σας;


Μελαχρινός Βελέντζας: Το καλοκαίρι παίξαμε το Lemon σ’ ένα καρνάγιο στο Λαύριο. Στην τοποθεσία εκείνη, υπάρχει ένα τοπικός σύλλογος ψαράδων. Από επιλογή κι επειδή με βοηθά στην υποκριτική μου, κοιμάμαι τα βράδια πριν την παράσταση στα μέρη όπου θα παίξουμε βιώνοντας την εμπειρία της μοναξιάς και του ό,τι είσαι τελείως μόνος σε ένα μέρος (κάτι κοντά στην ψυχοσύνθεση του ρόλου μου). Παρατηρούσα λοιπόν αυτούς τους ψαράδες που κάθε μέρα είχαν το τελετουργικό τους: μαζεύονταν γύρω στις 6 το πρωί, έπιναν τον καφέ τους, συζητούσαν, πήγαιναν για ψάρεμα και μετά πάλι βρίσκονταν το απόγευμα. Με την ίδια επιμέλεια κάθε μέρα. Αυτό είναι το ταξίδι τους. Είναι ο τρόπος τους να πηγαίνουν σε μέρη μέσα από τις αφηγήσεις τους. Αν τους πάρεις εκείνο το μέρος, τότε είναι σα να τους σκοτώνεις. Γιατί το καρνάγιο είναι η ζωή τους. Αυτή η συνήθεια τους έχει διαμορφώσει. Είναι αναγκαία για να μπορούν να είναι ευτυχισμένοι.

Γιώργος Δρίβας: Το να ταξιδεύεις και να γνωρίζεις τον κόσμο διευρύνει κατά κύριο λόγο τις προοπτικές και την αντίληψη ενός ανθρώπου σε σχέση με πολλά πράγματα. Το να μαθαίνεις νέους πολιτισμούς, ανθρώπους και τοποθεσίες αποτελεί από μόνο του μια εγκυκλοπαίδεια γνώσεων που μόνο ως χρήσιμο εγχειρίδιο μπορείς να χρησιμοποιήσεις στη ζωή σου. Ο Χιλιαεννιακόσια ταξιδεύει, ενώ δεν κατεβαίνει ποτέ ποτέ από το πλοίο. Το ταξίδι λοιπόν είναι γνώση, εμπειρία και πηγή φαντασίας, όλα απαραίτητα για έναν άνθρωπο που θέλει να ζήσει πραγματικά την ζωή του. 

 

 

Υπάρχει ανιδιοτελής φιλία στη ζωή, όπως εκείνη του Τιμ Τούνυ και του Χιλιαεννιακόσια;

 

Γιώργος Δρίβας: Υπάρχει. Φαντάζομαι και ο συγγραφέας από κάπου εμπνεύστηκε γράφοντας γι’ αυτή την ανιδιοτελή φιλία αυτών των δύο ηρώων. Η φιλία ως αξία υπερβαίνει και την αξία της οικογένειας σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα και στο Lemon, όπου η φιλία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα της προσέγγισής μας. Ποιος δε θα ήθελε μια τέτοια δυνατή φιλία όπως αυτή ανάμεσα στον Χιλιαεννιακόσια και τον Τιμ Τούνυ;

Μελαχρινός Βελέντζας: Ο Χιλιαεννιακόσια έχει την ανάγκη να αφηγηθεί την ιστορία του. Μια πραγματικά απίστευτη ιστορία. Ορφανός από γονείς, ορφανός δεύτερη φορά όταν πεθαίνει και ο ναύτης που τον είχε βρει και τον μεγάλωνε. Έχει την ανάγκη να τον καταλάβει κάποιος. Αυτός είναι ο Τιμ Τούνυ. Και νομίζω ότι τον καταλαβαίνει όχι με το μυαλό, αλλά με την καρδιά. Η ανιδιοτελής φιλία ξεκινά από την καρδιά.

 

Ποιο είναι το πιο έντονο συναίσθημα που σας άφησε αυτή η παράσταση έως τώρα;

 

Γιώργος Δρίβας: Ψυχική ικανοποίηση και ψυχική κάθαρση μαζί.  Νιώθουμε τόσο γεμάτοι μετά από κάθε παράσταση, αλλά και τόσο άδειοι από αρνητικά και περιττά πράγματα που είναι σαν να κάνουμε ένα restart μέσα μας. Για αρκετή ώρα μετά μοιάζουμε σα μαγεμένοι ή εξαγνισμένοι. Σαφώς και κατά τη διάρκεια της παράστασης αυτό που μας κυριεύει είναι ένα πάθος να βιώσουμε όσο καλύτερα γίνεται την κάθε στιγμή, τόσο έντονα που πολλές φορές αναγκαζόμαστε να το διαχειριστούμε. 

Μελαχρινός Βελέντζας: Θυμάμαι μία παράσταση κάπου στα μέσα Νοεμβρίου, όπου η παράσταση στο ξεκίνημά της τότε στο Radar είχε πολύ λίγο κόσμο. Πριν βγω στη σκηνή, αντανακλαστικά μου ήρθε στο μυαλό η εξής σκέψη: θυμήθηκα πώς είχα νιώσει την πρώτη φορά που κάποιος εκτός από τη σκηνοθέτιδά μας παρακολούθησε την πρόβα. Την πρώτη φορά δηλαδή που είχαμε έναν θεατή. Θυμάμαι λοιπόν πως ένιωθα πολύ όμορφα που θα εκθέταμε το έργο μας σε δύο νέα μάτια. Πριν λοιπόν βγούμε στη σκηνή, σκέφτηκα πως από κάτω δεν έχει πολύ λίγο κόσμο. Αντίθετα, έχει πολύ περισσότερο από δύο μάτια. Κι ένιωσα ευλογημένος που αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκεί και θα μοιραζόμασταν την ιστορία μας μαζί τους. Στο τέλος της παράστασης, κοιταχτήκαμε με τον Γιώργο και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν μία πολύ καλή παράσταση με εμάς παρόντες επί σκηνής και συνδεδεμένους με το έργο. Η εμπειρία αυτή με έφερε ακόμη πιο κοντά στο μονόλογο του Χιλιαεννιακόσια: «Όλες τις γυναίκες του κόσμου τις μάγεψα παίζοντας μία ολόκληρη νύχτα για μία γυναίκα, μόνο μία». Δε χρειαζόμαστε πολλά για να είμαστε ευτυχισμένοι. Αν δεν το ξεχνάμε αυτό, τότε θα έχουμε όμορφες στιγμές να θυμόμαστε στο μέλλον. Όπως τώρα που μόλις σας αφηγήθηκα αυτή την ιστορία.

 

Radar