Επιλέξατε σαν βάση για το νέο σας έργο ένα από τα γνωστότερα έργα του Τσέχωφ. Τι είναι αυτό που συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε στο τσεχωφικό έργο, ώστε να συνεχίσει να αποτελεί έμπνευση στο σημερινό θέατρο;
ΔΑΝΑΗ: Νομίζω οι ανθρώπινες σχέσεις, οι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες και τα θέματα που θίγει με τόσο χιούμορ και ευκρίνεια. Νιώθω ότι ανάλογα σε ποια φάση της ζωής μου είμαι τα έργα του Τσέχωφ μου δίνουν διαφορετικές απαντήσεις κι αυτό νομίζω τα κάνει μεγάλα και σημαντικά για εμένα την ίδια.
ΕΙΡΗΝΗ: Αυτό που συνεχίζω να βρίσκω στον Τσέχωφ είναι αυτή η διαρκής αναζήτηση μιας «Μόσχας». Κάτι που θέλεις πολύ, αλλά μέσα σου ξέρεις ότι ίσως δεν θα έρθει ποτέ. Με συγκινεί το πώς συνδυάζει ρεαλισμό και συμβολισμό, πώς μιλά για οικογένεια, για αδέλφια, για ανεκπλήρωτα πράγματα με μια ειλικρίνεια που σε ξεγυμνώνει. Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω όλο και πιο βαθιά αυτά τα κείμενα, και ανακαλύπτω πολλά και για εμένα την ίδια, για τις σχέσεις μου, για τις επιλογές μου, για το πώς υπάρχουμε γενικά. Έχουν μέσα τους ασύλληπτη σοφία και παιδικότητα.
Ποια συγκεκριμένα στοιχεία των Τριών Αδερφών του Τσέχωφ συνεχίζουν στο έργο σας και ποιες είναι οι δικές σας προσθήκες;
ΔΑΝΑΗ: Όσον αφορά τους ρόλους κρατήσαμε τις τρεις αδερφές, την Όλγα, την Μαρία, την Ειρήνη και βλέπουμε όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες είτε μέσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες είτε από ανδρικές φωνές που τις επισκέπτονται κατά τη διάρκεια της παράστασης. Κάποιοι χαρακτήρες είναι ενσωματωμένοι μέσα σε άλλους, η δική μας Όλγα για παράδειγμα έχει πολλά στοιχεία και από τη Νατάσα του Τσέχωφ. Κάποιες ατάκες έχουν κρατηθεί αυτούσιες όπως η φράση της Μαρίας στην Ειρήνη: «Είσαι σαν μικρό αγοράκι». Και άλλες έχουν μεταλλαχθεί όπως η φράση της Ειρήνης “είμαι 84η βοηθός σκηνοθέτη, αυτή η δουλειά δεν είναι αυτό που ονειρευόμουν, ίσως πρέπει όντως να αλλάξω δουλειά”
Το δικό μας έργο έχει δανειστεί και κάτι από τον Βυσσινόκηπο, αφού αυτά τα κορίτσια μαζεύονται για να δουν «τι θα γίνει με το σπίτι».
ΕΙΡΗΝΗ: Στο έργο μας κρατήσαμε κάποια πυρηνικά στοιχεία από την ατμόσφαιρα του έργου αλλά και από τις τρεις κύριες ηρωίδες, όπως μία μέρα γιορτής μέσα στο πένθος, ένα σπίτι που κυριαρχούν οι αντρικές φωνές, η ηλικία διαφορά ανάμεσα στις τρεις αδερφές, η σχέση τους με το επάγγελμα και τον έρωτα. Η Όλγα είναι δασκάλα, η Ειρήνη θέλει να δουλέψει αλλά χάνεται μέσα στη δουλειά, και η Μαρία κουβαλάει μια μόνιμη αίσθηση ανεκπλήρωτου. Ο πατέρας τους είναι νεκρός και ξεκινάμε κι εμείς έναν χρόνο μετά. Από εκεί και πέρα όμως αλλάζουν πολλά, όπως το ότι δεν υπάρχει ενότητα μεταξύ τους, αλλά απόσταση. Δεν παλεύουν μαζί απέναντι σε κάτι, η καθεμία είναι μόνη της.
Το έργο αγγίζει τις «ρωγμές» της ελληνικής οικογένειας. Ποια είναι, για εσάς, η πιο δύσκολη αλήθεια που αποκαλύπτεται μέσα από αυτές;
ΔΑΝΑΗ: Ότι πολλές φορές κουβαλάμε μέσα μας άκριτα απόψεις και ιδέες που μας φύτεψε η οικογένειά μας, ξεχνώντας να τις επαναδιαπραγματευτούμε.
EIΡΗΝΗ: Η πιο δύσκολη αλήθεια για την οικογένεια είναι ότι δεν είναι πάντα καταφύγιο. Μπορεί να είναι και το μέρος που δεν αντέχεις να βρίσκεσαι. Το σπίτι που μεγάλωσες μπορεί να γίνει κάτι βαρύ, ακόμα και εφιαλτικό. Αυτό είναι κάτι που πονάει όταν το συνειδητοποιείς και σίγουρα όταν το παραδέχεσαι.
Το πατρικό σπίτι λειτουργεί σχεδόν σαν χαρακτήρας. Τι συμβολίζει για καθεμία από τις αδελφές;
ΔΑΝΑΗ: Για την Όλγα νομίζω το σπίτι είναι μια χρυσή αλυσίδα, έχει πρεστίζ αλλά αν σφίξει πολύ θα σε πνίξει. Για την Μαρία είναι μια θάλασσα που αρνείται καιρό τώρα να κολυμπήσει γιατί της φαντάζει βαθιά και εχθρική, όταν την αντιμετωπίζει όμως καταφέρνει να απολαύσει τον σκούρο βυθό της. Για την Ειρήνη το σπίτι είναι ασφάλεια, είναι παιδικός αρκούδος που δυστυχώς πρέπει κάποτε να τον αποχωριστεί για να καταφέρει να γνωρίσει την ζωή της.
ΕΙΡΗΝΗ: Αλήθεια είναι ότι το σπίτι τους λειτουργεί ως ένας ακόμη χαρακτήρας, ως ένας βωβός ήρωας που σιγά-σιγά ξυπνάει. Εκεί, άλλωστε, πέρασαν ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής τους, και εκεί βρίσκεται – ακόμη - μία παιδικότητα, μία ανεμελιά, που χρόνια τώρα προσπαθούν να ξαναβρούν. Η Όλγα σε αυτό το σπίτι ήταν πάντα η πρώτη, η μεγαλύτερη αδερφή, η καλύτερη μαθήτρια, η πιο σωστή κόρη. Η Μαρία εκεί μέσα ερωτεύτηκε πρώτη φορά, επαναστάτησε και ήρθε σε πλήρη σύγκρουση με τον πατέρα της και η Ειρήνη εκεί έχασε τις αδερφές της, τον πατέρα της και έμαθε να αγαπάει την παρατήρηση, τη σιωπή, και κατ’ επέκταση τον κινηματογράφο. Για καθεμία αυτό το σπίτι είναι κάτι διαφορετικό και ταυτόχρονα ίδιο: συμβολίζει την απώλεια, τη μνήμη και τη χαμένη ανεμελιά.
Η απώλεια του πατέρα στο έργο είναι η αφετηρία της δράσης. Είναι τελικά η απώλεια αυτή που ενώνει ή που διαλύει;
ΔΑΝΑΗ: Αυτά τα κορίτσια σε μικρή ηλικία έχουν χάσει τη μητέρα τους. Πιστεύω πως με τον θάνατο του πατέρα αναγκάζονται να δουν αν θα παραμείνουν οικογένεια πέρα από τα χαρτιά. Η ζωή της φέρνει μπροστά σε αυτό το ερώτημα. Δεν είναι γυναίκες που βλέπουν τη ζωή καταπρόσωπο. Δεν έρχονται εύκολα σε ευθεία καταμέτρηση με τα πράγματα. Θα έλεγα πως είναι πολύ φοβισμένες και αυτό τις ακινητοποιεί.
ΕΙΡΗΝΗ: Πολύ δύσκολο ερώτημα! Λόγω της πρώτης τους απώλειας, της μητέρας τους, που πέθανε όταν και οι τρεις ήταν ακόμη παιδιά, ενώθηκαν. Μεγάλωσαν, όμως, σε ένα σπίτι με έναν πατέρα πολύ αυστηρό και με παρουσία γυναικών, όπως θείων και ξαδερφών, που της περιόριζαν κοινωνικά, υπήρχε πάντα ένα κριτικό βλέμμα στο πώς πρέπει να είναι, να ντυθούν, να συμπεριφερθούν κι όχι επί της ουσίας καθοδήγηση. Αυτό σίγουρα ήταν κάτι που στην πορεία των χρόνων της απομάκρυνε, με αποκορύφωμα μεμονωμένα γεγονότα που συνέβησαν στη σχέση της καθεμίας με τον πατέρα τους. Αυτές οι τρεις γυναίκες δε συναντήθηκαν στην κηδεία του πατέρα τους, αλλά έναν χρόνο μετά, με αφορμή ένα κληρονομικό ζήτημα. Και, εξαιτίας αυτού, βρίσκονται όχι από κοινού σε ένα πένθος προφανές, αλλά σε μία διαπραγμάτευση του ποιες είναι, πόσα έχουν αλλάξει στις ζωές τους από όταν ήταν παιδιά. Σίγουρα ενώνονται, καθότι «εξαναγκάζονται», αλλά όχι με έναν αναμενόμενο τρόπο.
Το έργο μοιάζει να συνομιλεί έντονα με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Ποια «ανεκπλήρωτα όνειρα» θεωρείτε ότι χαρακτηρίζουν τη γενιά σας;
ΔΑΝΑΗ: Θα σας πω ένα μικρό περιστατικό που μου συνέβη τις προάλλες. Γενικώς μου αρέσει πάρα πολύ να σκαρφαλώνω, παρόλα αυτά είμαι ακροφοβική. Προχθές λοιπόν σκαρφάλωνα σε μία οριακά παιδική πίστα αναρρίχησης και λίγο πριν φτάσω στην κορυφή οι γάμπες μου κοκάλωσαν και είπα δεν μπορώ, θα κατέβω, δεν θα τα καταφέρω, προτιμώ να μην χτυπήσω από το να ανέβω στην κορυφή. Και τότε μου ήρθε αυτή η φράση του Σαίξπηρ «ο φόβος ταράζει τη θέληση». Και είπα μέσα μου, όχι θα ανέβω. Και ανέβηκα. Και σκέφτηκα αυτό είναι όλη μας η ζωή φοβόμαστε, θέλουμε να μην χτυπήσουμε και λίγο πριν το τέρμα εγκαταλείπουμε. Νιώθουμε νομίζω συνεχώς ηττημένοι εκ των προτέρων από ένα σύστημα μεγαλύτερο από εμάς και αυτό μας ακινητοποιεί. Θέλω να πω μάθαμε τόσα για την υπόθεση Επστάιν και δεν έχει ανοίξει ρουθούνι, κυβερνόμαστε από μια εγκληματική κυβέρνηση και δεν είμαστε στους δρόμους, συμβαίνουν πόλεμοι και τους κοιτάμε από τις προσωπικές μας οθονίτσες πριν κοιμηθούμε. Είμαστε πιστεύω εκ των προτέρων ηττημένοι σε αγώνες που δεν δίνουμε σαν να μην κάνουμε το βήμα για να εκπληρώσουμε τα όνειρά μας.
ΕΙΡΗΝΗ: Νομίζω ότι τα «ανεκπλήρωτα όνειρα» της γενιάς μου κουβαλάνε από την αρχή μια ρωγμή. Τα πρώτα μας βήματα προς την ενηλικίωση συνέπεσαν με την κρίση, δεν υπήρχε μια αίσθηση ότι όλα είναι ανοιχτά, αλλά μάλλον ένα μπέρδεμα για το προς τα πού να στραφούμε. Σήμερα, αυτό που με απασχολεί είναι ότι αυτή η ενέργεια κάπως διασπάται. Υπάρχουν ακόμη επιθυμίες, ιδέες, ανάγκη για αλλαγή, αλλά συχνά χανόμαστε σε πολλά και τελικά δεν πράττουμε τα λίγα που θα μπορούσαν να μας πάνε ένα βήμα παρακάτω. Και μέσα σε μια συνθήκη ανεργίας και επισφάλειας, αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο — σα να μένεις σε μια διαρκή αναμονή.Γι’ αυτό και με ενδιαφέρουν οι ηρωίδες του έργου, βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο. Θέλουν να φύγουν, να ζήσουν αλλιώς, να ονειρευτούν, αλλά κάτι τις κρατά — μια εσωτερικευμένη ήττα, μια αίσθηση ότι «δε γίνεται». Και ίσως το πιο επείγον για εμάς σήμερα δεν είναι απλώς να ξαναβρούμε τα όνειρα, αλλά να ξαναβρούμε την ικανότητα να πράττουμε, να υπάρχουμε μέσα σε αυτά, χωρίς να τα εγκαταλείπουμε πριν καν δοκιμάσουμε.
Πώς μοιραστήκατε τη συγγραφή μεταξύ σας; Ήταν μια οργανωμένη διαδικασία ή πιο οργανική;
ΔΑΝΑΗ: Όταν ήμασταν στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου είχα πει στην Ειρήνη για την Νίνα του Τσέχωφ πως αν είχε πάει κάποιος και της είχε πει «Νίνα, θα έρθουν καλύτερες μέρες», θα ήταν μια παρηγοριά για αυτήν. Μπορεί όλη της η ζωή να ήταν διαφορετική. Αυτό ήταν για καιρό κάτι σαν μικρή ευχή για εμάς που το λέγαμε η μία στην άλλη «Νίνα, θα έρθουν καλύτερες μέρες». Έτσι μια παραμονή Χρισουγέννων που η Ειρήνη έβγαλε φωτογραφία την Μαριαλένα, την Υψιπύλη κι εμένα, την είδε και μας είπε:
«Είστε σαν τις τρεις αδερφές!». Όταν πήραν την αίτηση στο Όλη η Ελλάδα η Ειρήνη με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «θέλω να γράψουμε μαζί το κείμενο». Την αγαπώ και την εμπιστεύομαι πολύ την Ειρήνη και ως σκηνοθέτρια και ως φίλη μου και αυτό με έκανε να θέλω πολύ να είμαστε μαζί και σε αυτό. Πάντα νιώθω πως το έργο είναι πιο πολύ παιδί της Ειρήνης γιατί πρώτα εκείνη γράφει και μετά διορθώνουμε και προσθέτουμε και αφαιρούμε και ξανασυζητάμε και τα δοκιμάζουμε στην πρόβα και μετά πάλι τα επεξεργαζόμαστε. Ως επακόλουθο φυσικά πολλά σημεία του κειμένου είναι βγαλμένα από αυτοσχεδιασμούς στην πρόβα. Μεγάλο κομμάτι της δεύτερης πράξης έχει κρατηθεί αυτούσιο από μια από τις αρχικές μας πρόβες.
ΕΙΡΗΝΗ: Μοιραστήκαμε τη συγγραφή με πολλή όρεξη, πείραμα και δοκιμές. Ούτε εγώ, ούτε η Δανάη είμαστε συγγραφείς. Έχουμε όμως μία από κοινού αγάπη για τη λογοτεχνία και τη δύναμη της αφήγησης. Κι έτσι, της είπα να πάμε να κάνουμε μαζί αυτή την τρέλα! Ξεκινήσαμε με μία προτεινόμενη συνθήκη που είχα αποφασίσει, αυτοσχεδιάζαμε με τον υπόλοιπο θίασο και στη συνέχεια συζητούσαμε πράγματα που ήταν χρήσιμα κατά τη διάρκεια της πρόβας ή που θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε στη συνέχεια, προκειμένου να αναδείξουμε κάτι, που διαφάνηκε αλλά δεν ήταν σε τελική μορφή. Το κείμενο ερχόταν σταδιακά, δηλαδή και οι ηθοποιοί – συμπεριλαμβανομένης της Δανάης – γνώριζαν κάποια πράγματα για την έναρξη, την πρώτη πράξη, την ολοκληρώναμε, προχωρούσαμε στη δεύτερη. Ζυμωνόταν το κείμενο μαζί με τις ηθοποιούς. Πολλά κομμάτια, κυρίως κομμάτια βιογραφίας των ηρωίδων, ήρθαν στην πρόβα, μετά από συζήτηση και με τη Μαριαλένα και την Υψιπύλη, και μετά προστέθηκαν στη δραματουργία του κειμένου.
Αν το έργο μπορούσε να αφήσει μία μόνο σκέψη στον θεατή φεύγοντας, ποια θα θέλατε να είναι;
ΔΑΝΑΗ: «Θα κανονίσω να δω την οικογένεια μου, από κοντά» κι ό,τι γίνει.
ΕΙΡΗΝΗ: «Πρέπει να πάρω ένα τηλέφωνο τα αδέλφια μου».