Συνάντησα την Αλίκη Ανδρειωμένου για να μου συστήσει το "Beachcomber" την ταινία του Αριστοτέλη Μαραγκού στην οποία συμμετέχει. Μου μίλησε για τον ρόλο της Τασίας που υποδύεται και την συγκίνηση που την διακατέχει, το πόσο τυχερή ένιωσε για την συνεργασία της με τον Αριστοτέλη και την ποίηση που βρίσκεται πάντα στην ζωή μας αρκεί να θέλουμε να την δούμε.
Θα ήθελες για αρχή να μας συστήσεις το "Beachcomber";
- To Beachcomber είναι μία ταινία του Αριστοτέλη Μαραγκού που έγραψε μαζί με την Χρυσούλα Κορόβεση σε παραγωγή Planκton films. Την γυρίσαμε έναν χειμώνα στην Μυτιλήνη μαζί με τον Χρήστο Πασσαλή, τον Λευτέρη Πολυχρόνη, τον Σταθη Κόκκορη, την Ελενη Καραγεώργη, την Γιούλα την Μπούνταλη, τον Σωτήρη Μπέλση, τον Ιερώνυμο Καλέτσανο και την φώνη του Ακύλα Καραζήση. Έκανε πρεμιέρα στο BAFICI στο Buenos Aires και στο 66ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο και το βραβείο φωτογραφίας, την οποία διήυθυνε ο Γιώργος Καρβέλας. Αυτό το διάστημα προβάλεται στις αίθουσες του σινεμά. Με γοητεύει πολύ στον κινηματογράφο η βραδύτητα, ο ρυθμός που μοιάζει με όνειρο, που με λεπτότητα και ευαισθησία δίνει χώρο στο θεατή για στοχασμό. Το Beachcomber το πετυχαίνει αυτό. Είναι μια ταινία φτιαγμένη για ενεργούς θεατές και όχι για παθητική θέαση, τύπου βλέπω ταινία και είμαι στο κινητό, πρώτον γιατί φτιάχνει έναν κόσμο, που αν βουτήξεις μέσα του μπορεί να σε ταξιδέψει, αλλά και επειδή πολλές από τις πληροφορίες που έχουν σημασία για την πλοκή της δεν υπογραμμίζονται, και απαιτούν οξυδέρκεια και φαντασία.
Ποιος είναι ο δικός σου ρόλος στην ταινία;
- Η ηρωίδα μου είναι η Τασία. Είναι ένα κορίτσι με θάρρος και υπαρξιακές ανησυχίες που από την πρώτη κιόλας φορά που τη διάβασα, την θαύμασα ακαριαία. Όταν ξεκίνησα να ψάχνω ποια είναι εκείνα που την παρακινούν, τι φοβάται, τι της αρέσει… ουφ! Κόλλησα μαζί της. Ταύτισα κάποια χαρακτηριστικά της με χαρακτηριστικά Romani φιλενάδων μου, όπως την ελευθερία, την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία. Γενικώς πάντα συμπαθώ τους ήρωες και τις ηρωίδες μου και τους υπερασπίζομαι μέχρι τέλους. Νιώθω πώς είναι ένα πιο γόνιμο έδαφος για να τους ερμηνεύσω. Ανακαλύπτω όμως όσο περνά ο καιρός, πως η Τασία είναι ένα τατουάζ. Αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι πως δυσκολεύομαι να την αποχωριστώ. Δεν το λέω σκοτεινιάρικα. Ίσα-ίσα όποτε βλέπω την ταινία πχ κάπως συγκινούμαι και στεναχωριέμαι γιατί σκέφτομαι πως η Τάσια είναι εκεί αλλά δεν θα ξαναζωντανέψει ήμάλλον θα ζωντανεύει κάθε φορά που προβάλεται η ταινία.
Μίλησε μου για την συνεργασία σου με τον Αριστοτέλη.
- Σίγουρα η προηγούμενη ερώτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν. Το πώς νιώθω για την Τάσια έχει να κάνει κατα πολύ με το πώς δημιουργεί κόσμους ο Αριστοτέλης. Δεν μιλήσαμε ποτέ για εκείνη σαν να μην υπάρχει και το ίδιο συνέβη με ότι και αν συνέβαινε μέσα στην ταινία. Κάπως το λέει πολύ ωραία. Θα προσπαθήσω να αναπαράγω κάτι που τον έχω ακούσει πολύ συχνά να λέει μιλώντας για την ταινία μας: λέμε ψέμματα για να βρούμε αλήθειες και όσο πιο πολύ αγαπάμε τα ψέμματά μας και τα πιστεύουμε, τόσο πιο κοντά στην αλήθεια φτάνουμε. Νιώθω πολύ τυχερή που συναντηθήκαμε και πραγματικά είναι από τις συνεργασίες που λειτουργούν ως ασφαλές μέρος στον χάρτη του μυαλού μου. Είναι τρομερό πως, αυτή η ρεαλιστική ποιητικότητα που διακατέχει το έργο του Αριστοτέλη, είναι ακριβώς και η "γλώσσα" με την οποία δουλέψαμε. Έγινε πολλή δουλειά στις πρόβες. Στις οποίες το ζήτημα δεν ήταν να μιλήσουμε με ατάκες του σεναρίου. Αφιερώσαμε περισσότερο χρόνο στο να κατανοήσουμε τους χαρακτήρες πρώτα. Το τί λένε και γιατί.. αυτή η διαδικασία στερεοποίησε τους χαρακτήρες μέσα μας, τους έκανε αληθινούς. Τον θαυμάζω πολύ.
Καθώς είναι μία ταινία που αντλεί έμπνευση από την ποίηση του Καββαδία, θα ήθελες να μου μιλήσεις για την θέση της ποίησης στις μέρες μας;
- Η ποίηση από πάντα βρίσκει νέους τρόπους να υπάρξει. Η ανάγκη του ανθρώπου να συμπυκνώσει το συναίσθημα του, τις ιδέες του η τις σκέψεις του σε λόγο δεν έχει χαθεί απλώς αλλάζει μορφή. Spoken word, Videos, ταινίες, πίνακες, γλυπτά, στίχοι μουσικής κλπ. Μπορεί να μην είναι μαζική, αλλά είναι παρούσα όσο υπάρχει ανάγκη για βάθος, στοχασμό ή προσωπική έκφραση. Παραμένει ένα απο τα πιο αυθεντικά μέσα για να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας. Είναι επιλογή. Θεωρώ πως είναι ένας τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ανοιχτά. Με φαντασία και ευαισθησία. Βρίσκεται παντού αρκεί να θέλεις να την δεις.
Υπάρχει το υπαρξιακό στοιχείο στην ταινία και στους ήρωές της;
- Φυσικά. Νομίζω πως η σύνθεση του κόσμου του Beachcomber και το κοινό που έχουν όλοι οι ήρωες της ταινίας είναι ένας υπαρξιακός προβληματισμός. Υπάρχει μια μόνιμη υπαρξιακή ανάσταση που οδηγεί σε μια προσωπική επανάσταση. Ακόμη και το σκαρί του πλοίου που είναι έτοιμο να πεθάνει, γεννιέται ξανά επειδή οι χαρακτήρες το αποφασίζουν να το φτιάξουν, γιατί θέλουν να συνεχίζουν να ζουν με έναν άλλο τρόπο. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Σαν ταινία δεν επικεντρώνεται τόσο στην πλοκή όσο στην εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου. Όλοι οι Μπιτσικόμπιδες μοιάζουν να αγωνίζονται διαρκώς και όχι έχοντας έναν συγκεκριμένο στόχο αλλά ψάχνωντας το νόημα αυτού και τελικά αυτό που έχει σημασία είναι η ίδια η διαδρομή και όχι το πού καταλήγει. Η θάλασσα ας πούμε, που επανέρχεται διαρκώς σε βοηθά να μπεις στο pov του Ηλία και του πληρώματος και λειτουργεί σχεδόν συμβολικά σαν ένας χώρος απεραντοσύνης όπου ο άνθρωπος χάνεται και αναμετριέται με τον εαυτό του. Καμία φορά το ασαφές ή η σιωπή που είναι μια μορφή ασάφειας, γιατί δίνει το χώρο να συμπληρώσεις εσύ την ιστορία, λειτουργεί σαν καθρέφτης. Ένας καθρέφτης της ανθρώπινης αναζήτησης για νόημα.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο σημείο των γυρισμάτων;
- Νομίζω το κρύο. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι ακόμη και αυτό το διασκεδάσαμε. Αυτό τον μήνα στη Μυτιλήνη είδαμε και τις 4 εποχές εκεί και το χιόνι ήταν αμείλικτο. Θυμάμαι να πηγαίνουμε λήψεις και να τρεκλίζουν τα δόντια μας. Το φανταστικό με αυτή την ομάδα είναι πως δεν υπήρχε χώρος ή ανάγκη για γκρίνια. Δηλαδή ακόμη και στο κρύο, στις λάσπες και σε όλα τα απαιτητικά locations δεν αφήσαμε τη δυσκολία να κερδίσει. Θυμάμαι να περνάμε καλά, να γελάμε. Αυτη η αλληλοϋποστήριξη γεννιόταν από την θέληση και την αντοχή που μπορεί να μην ξέραμε καν ότι είχαμε. Ενέπνεε ο ένας στον άλλο μια ψυχραιμία και μια δύναμη να αντισταθούμε στην γκρίνια. Μιμητικά και με θαυμασμό νομίζω έλεγες: “Ναι, οκ. Θα το βγάλουμε”. Έλεγες “μα δες τι συμβαίνει γύρω μας”. Χάζευες τη φύση και μπορούσες τελικά να διαχειριστείς το οτιδήποτε.