Το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη γράφτηκε το 2007, αλλά μοιάζει να συνομιλεί έντονα με τη σημερινή εποχή της εικόνας και της αυτοπροβολής. Τι είναι αυτό που σας κάνει να πιστεύετε ότι αφορά τόσο άμεσα τον σημερινό θεατή;
Αρχικά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το έργο γράφτηκε το 2006-7, δηλαδή την εποχή που δεν είχε ακόμα υπάρξει ο “virtual” κόσμος των social media στην καθημερινότητά μας. Οπότε είναι φυσικό το έργο να πραγματεύεται και άλλα θέματα, θέματα ανθρώπινων σχέσεων, υπαρξιακά και διαχρονικά. Όμως από την οπτική γωνία αυτής της εξέλιξης και μόνο, φαίνεται πως το έργο τώρα βρίσκει πλέον την εποχή του, την πιο κατάλληλη εποχή για να παρουσιαστεί στο κοινό. Το facebook, το instagram, και οι διάφοροι influencers τότε, δεν είχαν μπει στη ζωή μας. Όλα αυτά άλλαξαν δραστικά από το 2012, όταν γέμισε η αγορά με τα smartphones, οπότε όλη αυτή η ναρκισσιστική επιδημία των selfies και της αυτοπροβολής μέσα από τις διάφορες εφαρμογές, κοινωνικά δίκτυα και ψηφιακές πλατφόρμες γνωριμιών, βρήκε το πρόσφορο έδαφος για να επεκταθεί με τόσο επεμβατικό τρόπο στην καθημερινότητα. Και αναφέρω εντελώς συνειδητά την λέξη επιδημία, γιατί μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε παγκοσμίως- εκατομμύρια παιδιά, έφηβοι και ενήλικες εθισμένοι, να χάνουν ατελείωτες ώρες της ζωής του πάνω από μια οθόνη. Εκατομμύρια να ζουν με την ψευδαίσθηση της επαφής και της κοινωνικότητας. Άλλοι έχουν φτάσει σε καταστάσεις να μην αντέχουν να αντικρύζουν τον εαυτό τους όπως είναι - εφόσον δεν ταιριάζουν με τα ακραία απαιτητικά πρότυπα εμφάνισης που κυκλοφορούν - και να παραμορφώνονται κυριολεκτικά και ψηφιακά. Ραγδαία σεξουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας, χιλιάδες απόπειρες αυτοκτονίας εφήβων, κάποιες με την παρότρυνση κύκλων ή και εξαιτίας της παρενόχλησης μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, μαθησιακές δυσκολίες και ανικανότητα συγκέντρωσης και φυσικής επικοινωνίας και πόσα άλλα έχουν προκύψει από τότε. Αυτά είναι πλέον γνωστά. Τώρα πια, η κωμικοτραγική, γκροτέσκα εκδοχή του τρόπου της αυτοπροβολής και της εκμετάλλευσης της ζωής μας ως ένα ακόμα προϊόν είναι γεγονός, και μπορούμε να μιλάμε για μια «πανδημία ναρκισσισμού» της ανθρωπότητας. Σε αυτήν τη συνθήκη το καυστικό χιούμορ που υπάρχει διάχυτο στο έργο του Κατσικονούρη δικαιώνεται απολύτως μέσα μας.
Στο έργο σχηματίζεται ένα είδος «τριγώνου» εξουσίας γύρω από τη Φωτεινή. Τι είδους εξουσίες είναι αυτές και πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά αυτή τη σχέση δύναμης ανάμεσα στους χαρακτήρες;
Το σύστημα εξουσίας γύρω από την Φωτεινή, την ηρωίδα που προτρέπεται να πάρει επιτέλους την ζωή της στα χέρια της, είναι πολυδιάστατο και πολύπλοκο. Εάν εμπιστευτείς το έργο, ακολουθήσεις την αφήγηση και αφουγκραστείς προσεκτικά τους ρόλους, η σκηνοθετική γραμμή αποκαλύπτεται, δεν πρόκειται για κάποια μυστική διαδρομή. Είναι απαραίτητο όμως κατά τη γνώμη μου, να συντάσσεσαι με την θέση συγγραφέα, για να μπορέσεις να ανταποκριθείς στον ρόλο του σκηνοθέτη. Ο συγγραφέας εντάσσει το έργο του στην «Τριλογία των ανυπεράσπιστων». Των πιο ευάλωτων ανθρώπων που αδυνατούν να διαφυλάξουν την ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους, μέσα στον οδοστρωτήρα του ανταγωνισμού, των ιδεολογιών, των μοδών, των βεβαιοτήτων, των συμφερόντων κ.λ.π. Ο συγγραφέας έχει επίσης πει πως ένας εναλλακτικός τίτλος θα ήταν «Η τριλογία των ανθρώπων που έφαγαν πολύ Θεό και τώρα οι συνάνθρωποί τους τούς κοιτάζουν κάπως περίεργα». Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα για να εξηγήσω τι προσπαθώ να πω: δεν υπάρχει ζωτικός χώρος πλέον για τέτοιου είδους ανθρώπους για παράδειγμα. Η κυρίαρχη φωνή της εποχής μας επιβάλλει και υποβάλλει μια σειρά δικαιωμάτων και απαιτήσεων να θεωρούνται ως δεδομένα και τα οποία ο πιο αδύναμος οφείλει να τα αποδεχτεί. Ένα από αυτά είναι η δεδομένη κυριαρχία μιας «ορθολογικής» ανάλυσης και αντιμετώπισης της πραγματικότητας, σύμφωνα πάντα με τα μέτρα και τα σταθμά του ισχυρότερου και δημοφιλέστερου αφηγήματος. Ενώ ταυτοχρόνως και σε αντίφαση με αυτό, υποστηρίζεται μια απολύτως υποκειμενική και ρευστή απόδοση της έννοιας της «αλήθειας». Μια αλήθεια για τον καθένα δηλαδή, κι αυτό φυσικά διαλύει κάθε επικοινωνία και κοινότητα. Μια ακόμα δύναμη κυριαρχίας, είναι η πεποίθηση στο δικαίωμα των ισχυρών οικονομικά και κοινωνικά να δρουν εις βάρος της ζωής, της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας των άλλων, των ανυπεράσπιστων. Στο όνομα του δικού τους συμφέροντος φυσικά, και εν ονόματι της δικής τους ελευθερίας την οποία επικαλούνται και υπερασπίζονται. Έπειτα υπάρχει η κυριαρχία ενός δήθεν προοδευτισμού, και μιας δήθεν επιστημονικότητας. Πρόκειται συνήθως για κοινοτοπίες και συμφέροντα, καλυμμένα πίσω από αναπόδεικτες θεωρίες που επιβάλλονται όμως ως οι μόνες αποδεκτές. Απαιτείται η συναίνεση σε ενός είδους «ρεαλιστικής οπτικής» της πραγματικότητας, πάντα βέβαια με μια συμφέρουσα ερμηνεία των όρων και των λέξεων. Βλέπουμε στο έργο του Κατσικονούρη, τέτοια μοτίβα εξουσίας μέσα στην μικροκλίμακα των σχέσεων των ηρώων του. Είναι τα ίδια μοντέλα που κυριαρχούν στα μεγάλα και ισχυρά δίκτυα προπαγάνδας και τα οποία ισοπεδώνουν την σκέψη και την ελευθερία των ανυπεράσπιστων όλου του κόσμου.
Οι τρεις χαρακτήρες που περιβάλλουν τη Φωτεινή φαίνεται να εκπροσωπούν διαφορετικούς «λόγους» – της ψυχανάλυσης, της τέχνης, της επικοινωνίας. Θεωρείτε ότι σήμερα αυτοί οι λόγοι εξακολουθούν να επηρεάζουν ή και να καθορίζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας;
Πράγματι ο Κατσικονούρης αναφέρεται κωδικοποιημένα σε μια σειρά από «επιδραστικούς λόγους» που κυριαρχούν και καθορίζουν σε τεράστιο βαθμό τα πρότυπα και τον τρόπο της ζωής μας. Η ψυχανάλυση με την κλασική έννοια του όρου- κληροδότησε στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό μια σειρά από επιδραστικές θεωρίες, ερμηνείες και συμβολισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους εισχώρησαν στην τέχνη και στην επικοινωνία. Όμως η ψυχανάλυση ως μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, βάθος, υπομονή και χρήμα έχασε την πελατεία της. Στη θέση της έχει πλέον εδραιωθεί μια ατελείωτη ορδή από κάθε είδους «θεραπείες», συμβουλευτικές, life coach και εναλλακτικές ψυχοθεραπείες. Οπότε βλέποντας το έργο με σύγχρονη ματιά, εντάσσουμε στην παράσταση όσο μας επιτρέπει το κείμενο, τον σχολιασμό σε αυτήν τη νέα τάση της λεγόμενης «θετικής» και new age μορφών ψυχοθεραπείας. Η «επικοινωνία» είναι ακόμα πιο ισχυρή 20 χρόνια μετά την συγγραφή του κειμένου. Όπως προβλέπει η διαφημίστρια στο έργο, η διαφήμιση διεκδικεί να παίξει τον ρόλο του νέου Προμηθέα, που φέρνει τα δώρα της κατανάλωσης στους θνητούς. Στο έργο φαίνεται πόσο ψεύτικος είναι ο όρος «επικοινωνία» μια και δεν πρόκειται για μια αμφίδρομη και ισότιμη σχέση των δύο μερών που επικοινωνούν, αλλά για μια ισχυρή εξουσιαστική δύναμη που υποβάλλει έμμεσα και άμεσα ολόκληρο τρόπο ζωής. Όσο για την τέχνη…στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πλέον ένας εργάτης πιστός και δουλικός όλων των παραπάνω. Οι περισσότεροι δημιουργοί- καλλιτέχνες είναι όμηροι στα χέρια των διαφόρων μέσων προπαγάνδας, των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Υποχρεώνονται να εργάζονται σε καθεστώς σχεδόν ομηρίας. Ψέλνουν εν χορώ τα ρεφραίν του κυρίαρχου λόγου, μιας δήθεν «πολιτικής ορθότητας» και ενός ψευδοπροοδευτισμού, ενώ δεν θίγουν και δεν κινητοποιούν καμία ουσιαστική δύναμη αλλαγής μέσα στις κοινωνίες. Οι φωνές των καλλιτεχνών που τολμούν να μιλήσουν με θάρρος και ειλικρίνεια για τέτοια θέματα ουσίας, συνήθως στοχοποιούνται και απομονώνονται. Κάτω από αυτό το πρίσμα και με δεδομένη την ελάχιστη δύναμη αντίστασης και ελεύθερης σκέψης που μας έχει απομείνει, η διαμόρφωση της εικόνας του εαυτού μας είναι ακόμα πιο παραδομένη σε αυτές τις τρεις δυνάμεις που περιγράφει ο Κατσικονούρης να κυριαρχούν στο έργο του.
Το έργο χρησιμοποιεί το χιούμορ για να μιλήσει για σκληρά θέματα όπως η εκμετάλλευση και η χειραγώγηση. Πώς δουλέψατε σκηνοθετικά αυτή την ισορροπία;
Το χιούμορ είναι ο καταλύτης στην παράστασή μας, είναι ο τρόπος του συγγραφέα να μας βοηθήσει να παρακολουθήσουμε με ενδιαφέρον και γέλιο, αυτήν την φαινομενικά αθώα βόλτα στην οδό του μαρτυρίου… Το χιούμορ μέσα σε ένα τέτοιο έργο, με σκληρά όπως λέτε θέματα, κι όχι μια ελαφριά κωμωδία, είναι μια πολύ απαιτητική συνθήκη σκηνικής συνύπαρξης αλλά και ένα εργαλείο ανάδειξης και κατανόησης των μηνυμάτων του συγγραφέα. Το χιούμορ ενώ βρίσκεται εκεί, μέσα στις λέξεις, στις παύσεις, στις ατάκες, χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για να φωτιστεί και να αναδειχτεί στην σκηνή. Αυτή είναι η δουλειά μας και η τέχνη μας. Εγώ έχω την ευθύνη ως σκηνοθέτης να το ανακαλύπτω και να το υποδεικνύω συνεχώς, σε κάθε γωνιά που βρίσκεται τυχόν κρυμμένο. Αλλά το θέατρο είναι η τέχνη κυρίως των ηθοποιών, η παράσταση βρίσκεται στο στόμα τους και στα χέρια τους. Όταν λοιπόν μια παράσταση έχει την ευτυχία να δημιουργείται από έξυπνους έμπειρους και κυρίως «μάστορες» ηθοποιούς, όπως στην δική μας ευτυχή συγκυρία, τότε το χιούμορ μας σώζει στην κυριολεξία όλους, καλλιτέχνες και θεατές.
Πιστεύετε ότι το γέλιο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να αναγνωρίσουμε πιο εύκολα τις αντιφάσεις της εποχής μας; Έχει το κοινό ανάγκη την κωμωδία σήμερα;
Ακριβώς γι’αυτό λέω ότι το χιούμορ μας σώζει στην κυριολεξία. Το γέλιο είναι η φυσική μας άμυνα για να μην περάσουμε το όριο προς την τρέλα. Χρησιμοποιώ την λέξη τρέλα, συμβολικά, καλλιτεχνικά. Αλλά στην πραγματικότητα η άμυνά μας στην απελπισία, στην ψυχοπάθεια, στις νευρώσεις, στην κατάθλιψη, είναι το χιούμορ, το γέλιο. Η κωμωδία είναι μια από τις απελευθερωτικές εφευρέσεις της ανθρώπινης έκφρασης. Και αυτή είναι που θίγεται κυρίως τα τελευταία αρκετά χρόνια, μέσα από ύποπτες, υποκριτικές και κατευθυνόμενες μηχανές λογοκρισίας από διάφορους «ειδικούς» της δήθεν πολιτικής ορθότητας. Έχει έρθει άλλωστε ο καιρός που ακόμα και ο Αριστοφάνης όταν ανεβαίνει- θα ανεβαίνει λογοκριμένος και αποστειρωμένος, υπηρετώντας τα κυρίαρχα αφηγήματα και όχι την πηγαία σάτιρα στα συστήματα. Όμως ο άνθρωπος είναι ίδιος, ακόμα τουλάχιστον. Και έχει ανάγκη πάντα την διαφυγή του μέσα από την κωμωδία, την σάτυρα. Το γέλιο είναι μια δύναμη στην ψυχή των ανθρώπων, και της κοινωνίας ως σύνολο.
Τελικά, πιστεύετε ότι το έργο αφήνει χώρο για αισιοδοξία; Υπάρχει δυνατότητα να «πάρει κανείς τη ζωή στα χέρια του» μέσα σε έναν κόσμο που κατασκευάζει συνεχώς αφηγήσεις για το ποιοι πρέπει να είμαστε;
Η ικανότητα της συνάντησης με την αλήθεια, με το δίκαιο, έχει μέσα της πάντα πόνο, αλλά και ένα σπέρμα αισιοδοξίας. Επειδή ενώ η αλήθεια είναι σκληρή συνήθως, είναι ταυτοχρόνως και απελευθερωτική. Στην περίπτωση του Κατσικονούρη, η ανθρωπιά και η γενναιότητα του έργου του στο να αντιμετωπίζει με τόσο χιούμορ και αμεσότητα μια δραματική ιστορία, αφήνει νομίζω μια γεύση αισιοδοξίας. Εφόσον μας υπενθυμίζει ότι το θέατρο, η πιο «ανθρώπινη» από τις όλες τέχνες, μπορεί ακόμα να είναι ένας ζωντανός καθρέφτης στον οποίο καθρεφτίζουμε την αλήθεια των κωμικοτραγικών ιστοριών της ζωής μας.