Συνέντευξη

Η Τζάνις Ραφαηλίδου μας ξεναγεί στον κόσμο του Καλα Αζαρ

2 Δεκεμβρίου 2020  |  από Γιάννης Βανταράκης
Η Τζάνις Ραφαηλίδου μας ξεναγεί στον κόσμο του Καλα Αζαρ
Εν καιρώ κορωνοιού καταφέραμε να συζητήσουμε με την σκηνοθέτη Τζάνις Ραφαηλίδου για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της με τον ιδιαίτερο τίτλο "Κala Azar". Mιλώντας μαζί της μας εξήγησε τί της έδωσε την έμπνευση για τον τίτλο αλλά και την τάση του ανθρώπου να καταστρεφεί κάθε τί διαφορετικό.

 

Θα ήθελες να μας μιλήσεις γι' αυτόν τον πρωτότυπο τίτλο που διάλεξες, καθώς και την ιδιαίτερη θεματολογία;

Καλα αζάρ είναι η γνωστή στην Ελλάδα Λεϊσμανίασης των σκύλων, μία νόσος που μεταφέρεται από το τσίμπημα μια θηλυκής σκνίπας που χρειάζεται το αίμα για να θρέψει τα αυγά της. Το Καλα αζάρ εμφανίστηκε στην Ελλάδα σε μορφή επιδημίας σε αδέσποτα αλλά και οικόσιτα σκυλιά στις αρχές του 90α, όπου οι ιδιοκτήτες ζώων όπως και οι γονείς μου αλλά και η ιατρική κοινότητα δεν ήταν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν άμεσα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σε παιδική ηλικία να βιώσω την απώλεια πολλών σκύλων μας μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Ίσως αυτή να ήταν μια περίοδος που με στοίχειωσε και με έκανε να αντιληφθώ την απώλεια έξω από μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Ο θρήνος της μητέρας και ο νεκροθάφτης πατέρας ίσως είναι δύο στοιχεία που πάντα βρίσκουν τον χώρο να πάρουν μορφή μέσα στα σενάρια τόσο στα εικαστικά όσο και στα κινηματογραφικά έργα μου κατά καιρούς. Επαναλείψεις αυτών των χαρακτήρων υπάρχουν και στο Καλά αζαρ. Ο τίτλος βέβαια δεν ερμηνεύεται ποτέ στην ταινία, αλλά στέκει ως μία παραπομπή στην πιθανότητα μίας μολυσματικής ασθένειας ή ακόμη και μίας πανδημίας αν θέλετε, μεταξύ ζώων και ανθρώπων, όπου ο άνθρωπος είναι πλέον το παράσιτο που μολύνει κάθε τι με το οποίο έρχεται σε επαφή, εννοώντας την φύση και την έμβια ζωή.
 
Ποια είναι η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο ζευγάρι κατά την διάρκεια της ταινίας;
 
Η ταινία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση ενός ζευγαριού όπου μέρος της δουλειάς του είναι να συλλέγει νεκρά κατοικίδια από σπίτια ιδιοκτητών και να τα μεταφέρει στο αποτεφρωτήριο. Παράλληλα, περισυλλέγει νεκρά αδέσποτα από τον δρόμο σε μία ύστατη προσπάθεια αποδοχής του τοπίου και μνημόνευσης της μη-ανθρώπινης ζωής. Το ζευγάρι της Πηνελόπης Τσιλίκα και του Δημήτρη Λάλου, χωρίς ποτέ να αποκαλύπτονται τα ονόματα των χαρακτήρων ή να γίνεται ξεκάθαρη η πορεία της σχέσης τους, είναι ένα δίδυμο που δρα σαν μονάδα τόσο στην δουλειά όσο και στον τρόπο που ζουν. Τα σώματα τους μπλέκονται, ερωτοτροπούν, αφήνονται στο τυχαίο αλλά και παραμορφώνονται μέσα σ'ένα τοπίο που εμπεριέχει τόσο τη φύση, τον έρωτα, την στοργή αλλά και την ασχήμια ενός τοπίου γεμάτο από αδέσποτες υπάρξεις (ανθρώπινες και μη) και παρατημένα σώματα νεκρών ζώων στην άκρη του δρόμου. Το ζευγάρι μας καθοδηγεί μέσα σε αυτό τον σκοτεινό μα και οικείο τόπο, μέσα από την δική τους προσπάθεια να τον βάλουν σε τάξη.
    
Μίλησε μας για τη συνεργασία με τον Δημήτρη Λάλο και την Πηνελόπη Τσιλίκα;
 
Η χημεία της Πηνελόπης και του Δημήτρη είναι αναμφισβήτητα από τα πιο βασικά συστατικά της ταινίας και των γυρισμάτων. Ήταν ένα. Δεν έβγαιναν ποτέ από τον ρόλο, υπήρχε μια άτυπη συμφωνία σε αυτό. Αυτό μας έδωσε μεγαλύτερη πίστη στον κόσμο του Καλα αζάρ αλλά και στις αλήθειες του τοπίου που ερχόμασταν αντιμέτωποι ανά πάσα στιγμή. Το τυχαίο και η φύση ήταν αναπόσπαστα κομμάτια των πρωταγωνιστών και του τρόπου με τον οποίο έκθεταν τα σώματα τους προς αυτό (εννοώντας τον καιρό, τα ζώα, την γύμνια, το ζωώδες ή το ένστικτο τους ). Έχουν και οι δύο  τρομερή αντίληψη επί της σκηνοθεσίας και αυτό μας έκανε να μπορούμε να δημιουργούμε και οι τρεις παράλληλα και να αναδιαμορφώνονται σκηνές. Επίσης στέκουν ως παράδειγμα ηθοποιών που δεν φοβήθηκαν τις ελευθερίες ενός εικονολατρικού βουβού-σχεδόν σεναρίου και είχαν το κουράγιο να αρνηθούν μια τυπική προετοιμασία ρόλων και αντί αυτού να βουτήξουν βαθιά στον κόσμο της ταινίας με την έναρξη τον γυρισμάτων και όχι νωρίτερα. Επίσης θα ήθελα να αναφέρω εδώ, ότι η ελευθερία που μου έδωσαν και οι δυο στην 'χρήση' των σωμάτων τους με πλήρη εμπιστοσύνη για το αποτέλεσμα, ήταν ένα από τα κομμάτια που με απελευθέρωσε στον να μπορέσω να βρώ έναν εναλλακτικό τρόπο αφήγησης που βασίζεται στην εικόνα και την κινηματογράφηση υφών, σωμάτων και αισθήσεων και όχι στην πρόζα ή τον διάλογο που τόσο έχουμε μάθει να έχουμε ανάγκη ως θεατές.
  
Πώς θα περιέγραφες την ταινία σ' έναν υποψήφιο θεατή;
 
To Καλα αζάρ προέρχεται από έναν εικαστικό κόσμο, με εμμονή ως προς την κινηματογράφηση και την δράση εκτός κάδρου. Βασίζεται στον ρεαλισμό που μας προσέφεραν άχαρα τοπία στην περιφέρεια της πόλης (τα γυρίσματα έγιναν στην Αττική) φλερτάροντας συνεχώς με κάτι πολύ πραγματικό,όπως για παράδειγμα τα πτώματα ζώων, μικρών ή μεγάλων στις άκρες του δρόμου ή σε σπίτια ιδιοκτητών. Συγχρόνως όμως διατηρεί μία έντονη μυθοπλαστική ατμόσφαιρά όπου στο κέντρο της δράσης δεν βρίσκεται μόνος πλέον ο άνθρωπος. Οι ιεραρχίες συνύπαρξης διαφορετικών όντων στον ίδιο χώρο θέτονται σε ερώτημα και με αυτό τον τρόπο η ταινία προσπερνάει κάθε ανάγκη για γραμμική αφήγηση. Μεσω μίας μη-ανθρωποκεντρικής, μη-λογοκεντρικής πλοκής, η ταινία μιλάει για τις σχέσεις ανθρώπων, φύσης, ζωντανών και νεκρών, επισημαίνοντας την αδιάκοπη ανάγκη μας για επιβολή. Εν ολίγοις, το Καλα αζάρ είναι ένας φόρος τιμής στην διαφορετικότητα και στο μη-ανθρώπινο σώμα. 
 
Θα ήθελες να μου σχολιάσεις αυτή τη συνεχή εγκληματική πολλές φορές παρεμβατικότητα του ανθρώπου στη φύση και τα ζώα;    
Είμαστε ένα ον καταστροφικό ή πιο σωστά αυτοκαταστροφικό επομένως η τάση μας να ζούμε εις βάρος άλλον είναι κάτι που πλέον είναι αυταπόδεικτο. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε την έννοια της ζωής έξω από την ανθρώπινη μορφή της και αρνούμαστε σε καθημερινή βάση τις ομοιότητες μας με άλλα όντα σε επίπεδο που μπορούμε για παράδειγμα να έχουμε ένα σκύλο ως κατοικίδιο κάτω από το τραπέζι, αλλά συγχρόνως να τρώμε το μωρό μιας αγελάδας πάνω στο τραπέζι. Πάνω σε μία τέτοια μεγάλη παρεξήγηση έχει στηθεί η ανθρώπινη ύπαρξη. Επίσης, το καταστροφικό στοιχείο που διατηρεί ο τόπος μας είναι αναμφίβολα μεγάλη πηγή έμπνευσης για το Καλα αζάρ και τα βιώματα μέσα από τα οποία γεννήθηκε η ταινία. Τα ελληνικό τοπίο αποτελείται από μια σύνθετη, βίαιη και κρυφή (ή όχι και τόσο) χρήση του χώρου και των ζώων αλλά και των ανθρώπων που εμπεριέχει. Κάθε τοπίο έχει μια σκληρή ιστορία να πει αρκεί να εστιάσει κανείς στα στοιχεία που μένουν στο περιθώριο. Το Καλα αζάρ προσπαθεί να εστιάσει ακριβώς σε αυτό, το οποίο συχνά προσπερνάμε ή θεωρούμε δευτερεύον. Η παρούσα κατάσταση της πανδημίας ίσως να κάνει μια τέτοια προσέγγιση ακόμη πιο επίκαιρη σχετικά με την έννοια της συνύπαρξης και των δυνάμεων μας. Θα έλεγα πως η περίοδος που διανύουμε ίσως είναι από της πιο εσωτερικές εποχές που θα βιώσουμε, γεμάτη αναστοχασμούς, φόβους και ματαίωσης. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει μία καλύτερη στιγμή για να εμπνευστούμε και να μιλήσουμε για το πόσο μικροί είμαστε, κάτι που το σινεμά συχνά ξεχνά.